25.2.19

Ανθεστήρια, αποκριές και ψυχοσάββατα στη διαχρονία της Αθήνας Η συγγραφέας και ξεναγός Άρτεμις Σκουμπουρδή κάνει μια ιστορική αναδρομή στο ξεκίνημα του Τριωδίου στην Αθήνα.


 Î‘θήνα, οι Πρώην ταραμοπώλαι της Αθήνας σε αποκριάτικη γιορτή, 1880-1890, συλλογή Ι. Λαμπάκη.
Στη μαγική πόλη, την Αθήνα της αρχαιότητας, όπου άνθησε ο ελληνισμός, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες γιόρταζαν τα Ανθεστήρια. Επί τρεις συνεχόμενες μέρες, στις 11, 12 και 13 του μηνός Ανθεστηριώνος, που αντιστοιχούν στα τέλη του δικού μας Φεβρουαρίου, οι Έλληνες σε πάνδημες χαρούμενες συγκεντρώσεις απολάμβαναν τη σπουδαία αυτή διονυσιακή γιορτή.

 Η ονομασία Ανθεστήρια ετυμολογείται από τα ρήματα «αναθέω» και «αναθεύσασθαι», που ερμηνεύονται ως επανέρχομαι - ανακαλώ. Επομένως, ο παλλαϊκός εορτασμός αποσκοπούσε στην «ανάκληση του έαρος», δηλαδή στην αφύπνιση της φύσης μετά τη χειμερία καταστολή. Οι Έλληνες λάτρεψαν τον Διόνυσο σαν δαίμονα της βλάστησης που πεθαίνει και ανασταίνεται όπως και ο Άδωνις, ο Όσιρις, ο Χριστός. Πίστευαν πως ο μαρασμός των δέντρων, η καταστολή της φύσης ήταν ο θάνατος του θεού, ενώ η βλάστηση, η ανθοφορία και η καρποφορία ήταν η ανάστασή του. 

Πίστευαν ακόμα πως, όταν ο Διόνυσος επιστρέφει από τον Άδη, η λαχτάρα του για ζωή ξεσπάει σε μια φρενίτιδα που την ημερώνει μόνο η πειθαρχία του ρυθμού. Δοξασία αντιληπτή, καθώς ο ελληνικός λαός λάτρεψε και χάρηκε τη ζωή όσο λίγοι. 

Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Με τον χορό πατούσαν με ορμή πάνω στη γη για να την αφυπνίσουν από τη χειμερία καταστολή ώστε να αρχίσει πάλι την ορμητική ανοιξιάτικη αναγέννησή της, καθώς φρονούσαν ότι μαζί με τη φύση ξαναγεννιέται και ο Διόνυσος. 

Αυτή η φρενίτιδα, λοιπόν, η έκσταση και η μανία του θεού μεταδίδονται στους λάτρεις του την εποχή που πλησιάζει η ανάστασή του, κάθε φορά που τελειώνει ο παγερός χειμώνας και προβάλλει η άνοιξη με τη βλάστηση και την ανθοφορία. Μαζί με τον όμορφο ολύμπιο Διόνυσο λατρεύτηκαν και οι Υάδες, οι μυθικές νύμφες που ανέθρεψαν στοργικά τον θεό στην κοιλάδα της Νύσσας. Έλεγαν πως ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε αστερισμό για να τις ευχαριστήσει που φρόντισαν τον μικρό του γιο. Από τότε οι Υάδες λάμπουν στο ουράνιο στερέωμα και φέρνουν την ευεργετική για τα αμπέλια βροχή που κάνει τους βλαστούς να φυτρώσουν και τους καρπούς να δέσουν! Μόνιμη συντροφιά του Διονύσου ήταν οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και οι Νύμφες, ντυμένοι όλοι τους με δέρματα ζώων. Μα και οι θνητοί έσμιγαν μαζί τους νοερά, οργιάζοντας στις βουνοπλαγιές τη νύχτα, υπό το φως των δαυλών που τρεμόσβηνε.
Επί τρεις συνεχόμενες μέρες, στις 11, 12 και 13 του μηνός Ανθεστηριώνος, που αντιστοιχούν στα τέλη του δικού μας Φεβρουαρίου, οι Έλληνες απολάμβαναν τη σπουδαία αυτή διονυσιακή γιορτή σε πάνδημες χαρούμενες συγκεντρώσεις.

Ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Μαινάδες (από το ρήμα «μαίνομαι») και οι Βακχίδες (δηλαδή οι κυριευμένες από τον Βάκχο). Κρατούσαν φαλλούς και θύρσους, καλυμμένους με φύλλα κισσού, έτρεχαν και χόρευαν με διαπεραστικές κραυγές και επιφωνήματα χαράς, φυσικά κυριευμένες από την επίδραση του οίνου. Άλλωστε, πίστευαν στη ρήση που θα επαναλάβει αργότερα ο Οράτιος: «Το κρασί είναι ζωή και ο Βάκχος ανοίγει τις πύλες της καρδιάς». Στο πέρασμα του χρόνου, οι ιεροτελεστίες αυτές εκσυγχρονίστηκαν και μεταφέρθηκαν από τις βουνοπλαγιές στις πόλεις και τα διονυσιακά ιερά. Οι λάτρεις του Διονύσου σχημάτιζαν πομπές στους δρόμους της Αθήνας, φορούσαν μάσκες και μετέφεραν το ξόανο του θεού πάνω σε ένα άρμα που είχε σχήμα πλοίου. Ο τελικός προορισμός του ήταν το διονυσιακό θέατρο, όπου στο κέντρο της ορχήστρας, πλάι στον βωμό, τοποθετούσαν το ξόανο του Διονύσου, ώστε ο θεός να απολαμβάνει τα προς τιμήν του θεάματα. 
Θρυλείται πως ο πρώτος που χρησιμοποίησε ένα παρόμοιο άρμα σε σχήμα καραβιού, ένα carrus navalis, ήταν ο δημιουργός της δραματικής τέχνης, ο Θέσπις, ο οποίος μάλιστα νίκησε στους πρώτους θεατρικούς αγώνες της Αθήνας το 534 π.Χ. Το ιδιόρρυθμο, λοιπόν, άρμα του, το carrus navalis, έγινε αφορμή για να προκύψει (κατά μία εκδοχή) η λέξη «καρναβάλι»!
Οι τρεις μέρες των Ανθεστηρίων είχαν διαφορετικές ονομασίες, τελετουργίες και συμβολισμούς. Την πρώτη μέρα την αποκαλούσαν «Πιθοίγια» (άγω πίθους), επειδή άνοιγαν τα πιθάρια με το κρασί της νέας σοδειάς. Με το άνοιγμα των πίθων ξεκινούσε η οινοποσία, στην οποία συμμετείχαν όλοι ανεξαιρέτως, ακόμα και οι δούλοι! Συνέχιζαν με διαγωνισμούς οινοποσίας, π.χ. ποιος θα αδειάσει γρηγορότερα το αγγείο πόσης και ποιος θα σταθεί να χορέψει −χωρίς να γλιστρήσει− πάνω σε έναν ασκό γεμάτο οίνο και αλειμμένο με λίπος (ασκολιασμός)! Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Με τον χορό πατούσαν με ορμή πάνω στη γη για να την αφυπνίσουν από τη χειμερία καταστολή ώστε να αρχίσει πάλι την ορμητική ανοιξιάτικη αναγέννησή της, καθώς φρονούσαν ότι μαζί με τη φύση ξαναγεννιέται και ο Διόνυσος. 
Ένας μάλλον μεθυσμένος Αθηναίος, χειρονομεί και φωνασκεί ή τραγουδάει. Κοντά του ένας μικρός δούλος, έτοιμος να προλάβει κάθε του ανάγκη: κρατάει στην πλάτη του ένα καλάθι, τη βακτηρία του κυρίου του κι ένα αγγείο για να ανακουφιστεί. Χους του Ζωγράφου του Οιονοκλή, 470 π.Χ., J.P. Getty Museum
Τη δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων, που ονόμαζαν «Χόες», την αφιέρωναν στη χαρά και στην ελπίδα της ζωής, στα μικρά παιδιά. Ένα μεγάλο διάστημα της ημέρας αυτής ασχολούνταν με τα τρυφερά βλαστάρια τους σε χώρους ιερούς, αφιερωμένους στον Διόνυσο. Έπαιζαν μαζί τους, τους πρόσφεραν λιχουδιές και ένα μικρού μεγέθους χαριτωμένο αγγείο, τη «χουν», που έδινε την ονομασία Χόες στην ιδιαίτερη αυτή ημέρα. Η «χους» απεικόνιζε παιδάκια που διασκεδάζουν, μπουσουλούν και απολαμβάνουν τις χαρές και τα δώρα που απλόχερα προσφέρουν οι στενοί συγγενείς τους. Εμπεριείχε κάποιο τερψιλαρύγγιο έδεσμα, ίσως μέλι. 
Με τις ευχάριστες αυτές ασχολίες οι Αθηναίοι συμβολικά αναδείκνυαν το θαύμα της ζωής, της δημιουργίας και της ανάπτυξης, υμνούσαν την αιώνια δύναμη της φύσης. 
Όμως, η ημέρα των Χόων δεν τελείωνε εδώ, είχε κι άλλα ενδιαφέροντα. Το απομεσήμερο τα φώτα μεταφέρονταν στην Αρχαία Αγορά, όπου οι Αθηναίοι ξεφάντωναν με τους συμβολικούς γάμους του Διονύσου με τη Βασιλίννα, τη σύζυγο του Βασιλέως-Άρχοντος. Ένα πανάρχαιο συμβολικό δρώμενο που σχετίζεται με την ευγονία και πραγματοποιούνταν μπροστά στη Βασίλειο Στοά της Αγοράς, όπου και η έδρα του Βασιλέως-Άρχοντος, του θρησκευτικού ηγέτη της πόλης. 

Φανταστείτε την ευδιάθετη εικόνα της Αγοράς που έσφυζε από θιασώτες του θεού του οίνου. Συνωστισμός και ευεξία με άφθονο οίνο και εδέσματα στην καρδιά της πόλης. Αρκετοί Αθηναίοι σε κατάσταση μέθης έφερναν άμαξες και πηγαινοέρχονταν στην πλατεία της Αγοράς. Τότε το κρασί έκανε το θαύμα του. Καθώς διασταυρώνονταν οι άμαξες και έκλεινε η μία τον δρόμο της άλλης, ο καθένας έβγαζε τα «άπλυτα» του άλλου στη φόρα και εκτόνωνε το υβριστικό του μένος, του έσερνε τα εξ αμάξης (θυμίζει τους γεφυρισμούς των μυστών κατά την πορεία τους προς την Ελευσίνα). 
Αττική ερυθρόμορφη οινοχόη που χρησιμοποιούνταν στα Ανθεστήρια. Παρουσιάζει ένα νεαρό να τραβά το άρμα ενός άλλου παιδιού, ίσως παρωδία της ιερογαμίας που τελούνταν κατά την εορτή. (430-390 π.Χ.)

Η τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων, οι Χύτροι, ήταν αφιερωμένη στους προσφιλείς νεκρούς. Τιμούσαν, λοιπόν, τους νεκρούς για να εξασφαλίσουν την ευχή τους για ευγονία. Πίστευαν πως οι νεκροί από τα σκοτεινά παλάτια του Άδη θα ευφρανθούν με τις προσφορές των αγαπημένων τους, την πανσπερμία. Αυτή η πανσπερμία ήταν σπόροι και καρποί μαγειρεμένοι σε μεγάλα, πήλινα σκεύη, τις χύτρες, και, φυσικά, είναι τα «πολύσπορα» της Μακεδονίας και τα δικά μας κόλλυβα, γνωστά εδώ και 4.000 χρόνια, τουλάχιστον, στη δική μας παράδοση! Ήταν η προσφορά των αρχαίων Ελλήνων στους σεβαστούς νεκρούς και στον Ερμή ψυχοπομπό που με τα φτερωτά σανδάλια του οδηγούσε τις σκιές των νεκρών στον αχόρταγο Κάτω Κόσμο. Την πανσπερμία έφερνε κάθε οικογένεια στον τάφο των αλησμόνητων ανθρώπων τους που είχαν ταξιδέψει στο «κοινό λιμάνι του Άδη». Έπρεπε να φαγωθεί την ίδια μέρα, έτρωγαν οι ίδιοι και πρόσφεραν στους περαστικούς. Ό,τι περίσσευε το άφηναν για τα ιπτάμενα όντα του ουρανού. 

Στο τέλος της ημέρας ξόρκιζαν τις Κήρες, θεότητες του θανάτου, και όλα τα κακά πνεύματα με τη φράση που όριζε το τέλος της διονυσιακής τελετουργίας: «Στην πόρτα (έξω) οι Κήρες, τέλειωσαν τα ανθεστήρια!...» 
Τρεις άνδρες με στεφάνια στα μαλλιά γιορτάζουν τα Ανθεστήρια στην Αθήνα, ο μεσαίος με οινοχόη ανά χείρας. Είναι προφανώς νύχτα: ο δεξιός κρατά δαυλό. Χους, 420 π.Χ. Metropolitan Museum of Art.
Αργότερα, στα χρόνια του ναδίρ, της λησμονιάς και των δοκιμασιών του Μεσαίωνα, οι Αθηναίοι, χριστιανοί πλέον, κάλυψαν με χριστιανικό πέπλο την παραδοσιακή τους λατρεία. Άλλαξαν τα ονόματα των θεών, των εορτών, διαφοροποίησαν συνήθειες και, αναγκαστικά, ακολούθησαν τη νέα τάξη πραγμάτων με σεβασμό και πίστη, διατηρώντας αξίες, ήθη και έθιμα. Στη μεσαιωνική Αθήνα, κάθε χρόνο την ίδια εποχή οι κήρυκες ήταν εξουσιοδοτημένοι να αναγγείλουν στους ανθρώπους της πόλης ότι «μπαίνει το τριώδι» και διαλαλούσαν την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου την «προφωνούσιμη», όπως ακριβώς αποκαλούνταν η συγκεκριμένη ημέρα, επειδή αποτελούσε τον προπομπό της αποκριάτικης περιόδου. Στη συνέχεια, κάθε νοικοκυριό έκανε τις προμήθειές του σε τρόφιμα, κυρίως κρέας. Με «καλό φαγί» θα ερχόταν και το κέφι για μασκαρέματα και χορούς, στοιχεία απαραίτητα για την άρνηση της μιζέριας και των θλιβερών μεσαιωνικών συγκυριών που ταλάνιζαν ιδιαιτέρως τους Αθηναίους. Γλεντούσαν και πάλι οι ταλαίπωροι άνθρωποι του πάλαι ποτέ «κλεινού άστεως», για να ξορκίσουν το κακό, τις συμφορές, για να ξεδώσουν και να εκτονωθούν. Δεν είχα δει ποτέ κόσμο να χορεύει με μεγαλύτερη μανία απ' όσο η καλή ελληνική κοινωνία!... Είναι αλήθεια ότι δεν ταξίδεψα στην Ισπανία... Οι γυναίκες προπάντων είναι ακούραστες... —Edmond About, 1852 Ούτε στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας εγκατέλειψαν τις παγανιστικές εκείνες διονυσιακές τελετές που τους πρόσφεραν χαρές κι ελπίδες. Τέτοιες μέρες διατηρούσαν το κέφι τους ακμαίο και πολλοί εμφανίζονταν μασκαρεμένοι, παριστάνοντας, όπως έλεγαν, τα «είδωλα». Κάποιοι κρατούσαν ξύλινα ανδρείκελα που τα αποκαλούσαν «ξόανα». Άλλοι, πάλι, μεταμφιέζονταν σε ζώα και τους αποκαλούσαν «ταράματα». Πάνω στα μάρμαρα του ναού του Ηφαίστου και της Εργάνης Αθηνάς (Θησείον), ανάμεσα σε πολλά άλλα γκράφιτι, ξεχωρίζει η επιγραφή κάποιου ανώνυμου Αθηναίου: «1800 Φλεβαρίου 18 εχορέψαμεν την αποκρηά». 

Ο αθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου μας πληροφορεί ότι την ίδια αυτή μέρα ακούστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι «Τούτη τη γη που την πατούμε, όλοι μέσα της θα μπούμε». Μετά την Απελευθέρωση, και όταν η Αθήνα πλέον ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι άνθρωποί της γλεντούν με την καρδιά τους την αποκριά. Έστηναν σε αρχοντικά και σε φτωχόσπιτα χαρούμενες συγκεντρώσεις και... υπηρετούσαν επαξίως τον Διόνυσο και την Τερψιχόρη! Ο Γάλλος αρχαιολόγος Edmond About, στα 1852, ερχόμενος στην Αθήνα, ομολογεί: «Δεν είχα δει ποτέ κόσμο να χορεύει με μεγαλύτερη μανία απ' όσο η καλή ελληνική κοινωνία!... Είναι αλήθεια ότι δεν ταξίδεψα στην Ισπανία... Οι γυναίκες προπάντων είναι ακούραστες...». Αλλά και τα φαγοπότια καλά κρατούσαν, καρυκευμένα με μπόλικο σκόρδο. Γράφει πάλι ο Edmond About, ο οποίος παρίσταται σε όλα τα «καθώς πρέπει» γλέντια της αθηναϊκής αποκριάς του 1852: «Μόλις έφθασε η ορχήστρα, χύθηκε μέσα στην αίθουσα μια μυρωδιά σκόρδου που όλο και δυνάμωνε. Είναι μια μυρωδιά λοκάλ που την ξαναβρίσκεις σχεδόν σε όλους τους χορούς. Πιστεύουν στη χώρα ότι χωρίς σκόρδο οι χοροί είναι άνοστοι, όπως και τα ροσμπίφ». Το γαϊτανάκι είναι από τα πιο γνωστά αποκριάτικα έθιμα. Την ίδια περίπου εποχή τριγύριζαν στους δρόμους της πόλης και άλλα αποκριάτικα δρώμενα, όπως το γνωστό «Γαϊτανάκι» και η «Γκαμήλα του Βαγγελάρα». Αυτή η «Γκαμήλα» ήταν ένα τερατόμορφο κατασκευάσμα, όπου κάτω από ένα μεγάλο δέρμα κινούνταν ρυθμικά τέσσερις άνθρωποι, υπό τον ήχο του τυμπάνου του Βαγγελάρα. Καθώς η «γκαμήλα» περνούσε από τα στενά σοκάκια της Πλάκας, οι κινούμενοι άνθρωποι, μέσα από τα σωθικά της, άπλωναν τα χέρια τους κι έκλεβαν ψωμιά, λαχανικά κι άλλες νοστιμιές από τα εκτεθειμένα υπαιθρίως αγαθά των εμπορικών καταστημάτων. Ο ποιητής της ανθισμένης αμυγδαλιάς Γεώργιος Δροσίνης μας αναφέρει ότι έξω από το πατρικό του σπίτι, κατά τη δεκαετία 1860-1870, στη συμβολή των δρόμων Αδριανού, Θέσπιδος και Τριπόδων, πραγματοποιούνταν ένα εντυπωσιακό αποκριάτικο δρώμενο, η «Αρπαγή της Ωραίας Ελένης». Σ' αυτήν έπαιρναν μέρος οι «κάρη κομμώοντες Αχαιοί» με τους «χρυσοφόρους Μήδους» και όλοι διεκδικούσαν την «Ωραία Ελένη», που ήταν νεαρός μυστακοφόρος και ενίοτε φρεσκοξυρισμένος. Στην ίδια αποκριάτικη ατμόσφαιρα της περιόδου αυτής εξελίσσεται και ένα άλλο κωμικοτραγικό συμβάν: η πρέσβειρα της Ρωσίας, άρτι αφιχθείσα στην Αθήνα, θέλησε να οργανώσει χορό μεταμφιεσμένων. Έβγαλε, λοιπόν, ντελάλη και προσκαλούσε στην πρεσβεία, στην οδό Αδριανού «... οιονδήποτε γλεντζέ, ευπρεπώς ενδεδυμένο, φέροντα προσωπίδα». 18.2.2018 Ο Έλληνας που έχει μια από τις σημαντικότερες συλλογές με μάσκες στον κόσμο Δυστυχώς, όμως, για την πρέσβειρα και τους προσκεκλημένους της, μαζί με τους μασκαράδες της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας εισχώρησαν στη φιλόξενη Ρωσική Πρεσβεία και αρκετοί μάγκες του Ψυρρή μασκαρεμένοι. Όταν η κρασοκατάνυξη έφτασε στο αποκορύφωμά της, συνέβη το απροσδόκητο. Οι μάγκες, ευπρεπώς ενδεδυμένοι και με προσωπίδες, άρχισαν να βγάζουν τα άπλυτα των ευγενών στη φόρα και η βραδιά έκλεισε με λιποθυμίες και βογγητά. Μετά το ατυχές συμβάν πέρασαν χρόνια πολλά έως ότου οι Αθηναίοι να αποτολμήσουν άλλον χορό μεταμφιεσμένων. Λίγο αργότερα, στο γύρισμα του 19ου αιώνα προς τον 20ό, και ο ποιητής Σουρής σατιρίζει τους σύγχρονους λάτρεις του Διονύσου και της Τερψιχόρης στην Αθήνα, που, ακόμα και σε δύσκολες περιόδους, εθνικής κρίσης και οικονομικής δυσπραγίας, συγκεκριμένα στις αποκριές του 1897, το ρίχνουν στο γλέντι και χορεύουν μετά μανίας «πα-ντε-κατρ», τον χορού του συρμού. Και ο Σουρής γράφει σχετικά στον «Ρωμηό» του: «Γλέντα ψωρορρωμέικο, πήδα, παναθεμάσε χωρίς ψωμί σηκώνεσαι με πά - ντε - κάτρ κοιμάσαι». Την παράσταση έκλεβε, όμως, το Άρμα της Θεοδοσίας. Ο ευφυής νησιώτης του Μεταξουργείου, ο Θεοδόσιος, πάνω στο άρμα έστηνε σατιρικό δρώμενο ποιότητας, ανάλογα με την επικαιρότητα. Γνωστή ήταν η προσφώνηση του Θεοδοσίου πάνω από το ιδιότυπο άρμα του: «Χαίρετε, κυρίες Αθηναίες και κύριοι Αθηναίοι, που είστε διαρκώς νέοι κι αυτό το χρωστάτε στο ξύρισμα, και στου παλιού σακακιού σας το γύρισμα, την υγειά σας χρωστάτε στον ήλιο μας, που σαν χρυσάφι αστράφτει, το δε παλτό σας χρωστάτε στον ράφτη!» Αποκριές στην Αθήνα τη δεκαετία του '80. Φωτο: Σπύρος Στάβερης Το 1887 ιδρύθηκε η Επιτροπή του Κομιτάτου για τον Καρνάβαλο στην πόλη μας. Χαράς ευαγγέλια! Και στα 1889 εμφανίστηκε, επιτέλους, στους αθηναϊκούς δρόμους ο πρώτος έντεχνος Καρνάβαλος! Τότε, στον Τύπο της εποχής κυκλοφόρησε ως πρωτοσέλιδο ο τίτλος: «Είμαστε εφάμιλλοι των Ευρωπαίων μασκαράδων!». «Αθηναίοι και Αθηναίισες» φώναζε ο ντελάλης μέρες πριν στις γειτονιές. «Να κλείσετε τα σπίτια σας, τις πόρτες σας και να τρέξετε να υποδεχτείτε στις 2 το απόγευμα τον Καρνάβαλο, τον βασιλέα του γέλωτος, όστις θα μας κάνει τη μεγάλη τιμή να επισκεφθεί τον τόπο μας!». Χαλασμός Κυρίου, πατείς με πατώ σε στον Καρνάβαλο που συνοδευόταν από «ανθοβολίας» και ενίοτε «οσπριοβολίας», πόλεμο ανθέων αλλά και οσπρίων, και ο σωζών εαυτόν σωθήτω! Πριν ακόμα της Πλάκας οι ανηφοριές σιγήσουν, οι θιασώτες του Διονύσου, της παλιάς Αθήνας, οργάνωναν το γλέντι της Καθαράς Δευτέρας. Ήταν η ευτυχής μέρα που γιόρταζαν στην Αθήνα και οι γαλατάδες. Τότε, σουραύλια, ζουρνάδες και τύμπανα αντάμα με βιολιά, λαούτα και σαντούρια δοξάζονταν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ήταν η κορύφωση των διονυσιακών εορτών, αιώνες μετά το πέρασμα του θεού. Γιατί ο Διόνυσος ποτέ δεν σβήστηκε από την ψυχή των Ελλήνων. Ζει και βασιλεύει στις καρδιές μας, προσπαθώντας να μας χαρίσει ελπίδα. Ο ντελάλης της τελευταίας Κυριακής διαλαλούσε ακούραστα: «Μασκαράδες και πολίται, στις κολώνες να βρεθείτε!». Όπως καταλαβαίνετε, το κάλεσμα ήταν για τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την Καθαρά Δευτέρα. Κι εμείς, εκτός του περιβόλου του Ολυμπιείου, καθώς είναι κλειστός πλέον από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, με ή χωρίς ζουρνάδες και τύμπανα, ευχόμαστε από καρδιάς χαρούμενη Αποκριά και καλή Σαρακοστή... To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

«Ο Θαυματοποιός»


Υπόθεση: Ίσως στο Παρίσι του Μεσοπολέμου η τέχνη του Θαυματοποιού να μάγευε, οι εποχές αλλάζουν και μόνο οι ροκ σταρ κλέβουν πια την παράσταση. Έτσι, ο άνθρωπός μας, που εργάζεται ως Θαυματοποιός, ξεπέφτει να ασκεί την τέχνη του σε μπαρ, καφετέριες και πάρκα.
Η τύχη του όμως αλλάζει, όταν σ’ ένα χωριό της Σκοτίας, συναντά ένα αθώο κορίτσι, την Αλίκη, που πιστεύει πως τα κόλπα του είναι πραγματική μαγεία. Μαζί της πηγαίνει στο Εδιμβούργο, όπου εκείνη κρατά το σπίτι και εκείνος εργάζεται σ’ ένα μικρό θέατρο. Γοητευμένος από τον ενθουσιασμό της, την ανταμείβει με όλο και περισσότερα δώρα. Δεν μπορεί όμως να της χαλάσει το όνειρο και να της αποκαλύψει ότι η μαγεία του δεν υπάρχει…
Μια ταινία που βασίζεται σ’ ένα ανέκδοτο σενάριο του Ζακ Τατί, του σημαντικότερου κωμικού του κινηματογράφου στη Γηραιά Ήπειρο από την εμφάνιση του ομιλούντος έως σήμερα, το οποίο γράφτηκε το 1956 ως μια προσωπική επιστολή προς την αποξενωμένη, μεγαλύτερη κόρη του.
Σκηνοθεσία: Σιλβέν Σομέ.

Διακρίσεις:

Βραβείο Καλύτερου Κινούμενου Σχεδίου στα Ευρωπαϊκά Βραβεία 2010.

Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα Κινούμενου Σχεδίου.


...

"Μπορεί πια να μην υπάρχουν μάγοι, υπάρχει όμως ακόμα μαγεία…

κι είναι η αληθινή αγάπη πέρα από τον θάνατο."




22.2.19

Παραδοσιακές κούκλες και παιχνίδια από την Ιαπωνία στο Μουσείο Μπενάκη Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην Γιορτή των Κοριτσιών Hina Matsuri και στην Ημέρα των Παιδιών Kodomo no hi.

Αποτέλεσμα εικόνας για παραδοσιακές κούκλες και παιχνίδια στο μουσείο Μπενάκη
Το Μουσείο Μπενάκη σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Ιαπωνίας παρουσιάζουν μία συλλογή από ιαπωνικά παραδοσιακά παιχνίδια και κούκλες τα οποία συνδέονται με εθιμικές γιορτές και αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια του πολιτισμού της Ιαπωνίας μέσα στους αιώνες.
Αποτέλεσμα εικόνας για παραδοσιακές κούκλες και παιχνίδια στο μουσείο Μπενάκη
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην Γιορτή των Κοριτσιών Hina Matsuri και στην Ημέρα των Παιδιών Kodomo no hi.
Κάθε χρόνο στις 3 Μαρτίου, οι οικογένειες που έχουν κορίτσια, τοποθετούν στα σπίτια τους μια σκάλα καλυμμένη με κόκκινο χαλί, για να στολίσουν τις κούκλες hina-ningyō ντυμένες με παραδοσιακά κοστούμια, ως σύμβολο καλής τύχης για την μελλοντική ζωή των κοριτσιών. Οι κούκλες αναπαριστούν το αυτοκρατορικό ζεύγος, τους αυλικούς, τους μουσικούς και τους υπηρέτες του αυτοκρατορικού οίκου κατά την περίοδο Heian.
Αποτέλεσμα εικόνας για παραδοσιακές κούκλες και παιχνίδια στο μουσείο Μπενάκη
Στις 5 Μαΐου η ημέρα είναι αφιερωμένη στον σεβασμό της προσωπικότητας των παιδιών και στην ευτυχία τους. Οι οικογένειες των αγοριών στολίζουν τα σπίτια τους με την παραδοσιακή περικεφαλαία των Samurai, Kabuto και τις σημαίες σε σχήμα κυπρίνου koinobori ως σύμβολα δύναμης, ζωτικότητας και θάρρους. Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση σκοπό έχουν να προστατεύουν τα παιδιά από την ατυχία και την ασθένεια.
Η έκθεση πραγματοποιείται με αφορμή τον εορτασμό των 120 χρόνων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ιαπωνίας το 2019 στo πλαίσιo διαφόρων πολιτιστικών εκδηλώσεων.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ


ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ:
22/02/2019 - 30/06/2019
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ:
Η έκθεση είναι ανοιχτή τις ημέρες & ώρες λειτουργίας του μουσείου
ΕΙΣΙΤΗΡΙA:
Είσοδος στην έκθεση συμπεριλαμβάνεται στο εισιτήριο γενικής εισόδου του Μουσείου Μπενάκη Παιχνιδιών: € 9, € 7
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ:

Heart Nebula: Το νεφέλωμα της καρδιάς (και της ψυχής)

15965494_1180265698755054_5784618944582471082_n
Το Νεφέλωμα της καρδιάς βρίσκεται στον αστερισμό της Κασσιόπης, σε απόσταση 7.500 ετών φωτός από τη Γη και έχει έκταση 200 έτη φωτός.
Τη φαντασμαγορική φωτογραφία του νεφελώματος της καρδιάς (heart nebula) τράβηξε το γαλλο-καναδικό τηλεσκόπιο στην Χαβάη, στις 10 Νοεμβρίου του 2011.
Σχετική εικόνα
Οι αστρονόμοι παρατήρησαν ότι δίπλα στην καρδιά του νεφελώματος υπήρχε και η “ψυχή” του (στα αριστερά της παρακάτω φωτογραφίας).
Αποτέλεσμα εικόνας για Νεφέλωμα της ψυχής
Συχνά αποκαλείται και “νεφέλωμα του σκύλου που τρέχει” (Running Dog nebula), κυρίως από εκείνους που το παρατηρούν με τηλεσκόπιο. Παρακάτω μία πιο κοντινή και αρκετά εντυπωσική λήψη.
Αποτέλεσμα εικόνας για Running Dog nebula
Τα νεφελώματα αυτά βρίσκονται στο “χέρι του Περσέα“, ένα αστερισμό του γαλαξία μας που ανακαλύφθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο.

Κοντά στον αστερισμό της Κασσιόπης, περίπου στα 7500 έτη φωτός από μας, ένα από τα πιο όμορφα νεφελώματα εκπομπής του Γαλαξία μας.
Το Νεφέλωμα 'Καρδιά' σε υψηλή ανάλυση. Η κόκκινη απόχρωση οφείλεται στο υδρογόνο .Το νεφέλωμα βρίσκεται περίπου 7.500 έτη φωτός μακριά προς τον αστερισμό της Κασσιόπης.

The Heart Nebula (Νεφέλωμα της Καρδιάς) το όνομά του, για προφανείς λόγους. Στο κέντρο του, ένα τσαμπί από νεογέννητα άστρα, κάνει τη συνολική εικόνα ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Το χαρακτηριστικό του χρώμα είναι αποτέλεσμα της παρουσίας του υδρογόνου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Νεφέλωμα της καρδιάς

Ο θάνατος ως δυνατότητα

Ηδη από πολύ νωρίς, στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδων», η φιλοσοφία αυτοπροσδιορίζεται ως «μελέτη θανάτου». Η προσδοκία, εντούτοις, ότι αυτή η μελέτη μπορεί να αποφέρει ένα είδος υπέρβασης του θανάτου διαψεύδεται οικτρά. Τα τέσσερα επιχειρήματα υπέρ της αθανασίας της ψυχής που εκθέτει ο Σωκράτης στον διάλογο είναι φανερό ότι στερούνται εγκυρότητας και πειστικότητας.

Πιο γειωμένος και ρεαλιστής, ο Αριστοτέλης θα προσεγγίσει τον θάνατο υπό το πρίσμα της ζωής, της οποίας στόχος είναι η πραγμάτωση του ύψιστου ανθρώπινου αγαθού: της ευδαιμονίας. Η ευδαιμονία αποτελεί την έσχατη ανθρώπινη επιδίωξη· δεν συνιστά ούτε ένα βίωμα υψηλών συναισθηματικών εντάσεων, ούτε μια απλώς υποκειμενική κατάσταση: αποτελεί, αντίθετα, ενεργό πραγμάτωση («ενέργεια») ενός τρόπου ζωής που αναδεικνύει την ενότητα ενός «βίου». Το ερώτημα που απασχολεί τη φιλοσοφία δεν είναι αν «εγώ νιώθω» ευδαίμων, αλλά αν είναι εύλογο και ορθό «ο Χ να θεωρηθεί ευδαίμων».

Αν όμως η ευδαιμονία αφορά το σύνολο ενός ανθρώπινου βίου, και δεδομένου ότι το εύθραυστο και ευμετάβλητο των ανθρωπίνων πραγμάτων επιφυλάσσει ματαιώσεις και ανατροπές, μήπως τότε θα πρέπει να περιμένουμε έως τον θάνατο κάποιου, πριν τον χαρακτηρίσουμε ευδαίμονα; Αυτό ήταν το νόημα της περίφημης προειδοποίησης του Σόλωνα προς τον Κροίσο: τέλος όρα βίου («δες πρώτα το τέλος»). Και όμως: η «ευδαιμονία» δεν είναι ένας όρος που έχει θέση μόνο σε μια νεκρολογία. Η ενότητα ενός βίου δεν συγκροτείται μόνο ex post, αλλά σε κάθε στιγμή του, ακολουθώντας τις πορείες και μεταπτώσεις, τα επιτεύγματα και τις ματαιώσεις του.

Και η ενότητα αυτή δεν συγκροτείται μόνο από το παρελθόν μας, από όσα έχουν γίνει, αλλά και από όσα συναπαρτίζουν το μελλοντικό σχεδίασμα του βίου μας. Ο βίος αυτός, με τα λόγια του ποιητή, αποβλέπει «σε ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν». Το τέλος αυτό, εντούτοις, δεν επισκιάζει ούτε ακυρώνει την πράξη μας· αντίθετα, την προσανατολίζει, θέτοντάς τη διαρκώς ενώπιον του αιτήματος της αναγκαίας ενότητας.

Εδώ ακριβώς έγκειται το παράδοξο του θανάτου: ενώ είναι το τέλος εκείνο που ακυρώνει ριζικά την ανθρώπινη πράξη, συγχρόνως της προσδίδει την αναγκαία ενότητα. Η φιλοσοφία καλείται να αναλάβει αυτό το παράδοξο· δεν αναζητεί παρηγορία στο Επέκεινα, και, κατά τούτο, διαφέρει αποφασιστικά από θρησκευτικές προσδοκίες.

Με τα λόγια του Μάρτιν Χάιντεγκερ, «κάθε φιλοσοφία είναι θεμελιωδώς αθεϊστική». Ο θάνατος, παρατηρεί ο Χάιντεγκερ, πρέπει να κατανοηθεί ως η πιο ριζική και καίρια ανθρώπινη δυνατότητα.

Ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας: αποτελεί το πέρας της, και έτσι την καθορίζει – ως διαρκής παρουσία ενός «ούπω», ενός «όχι ακόμη». Αυτό το «ούπω» δεν έχει ωστόσο τη μορφή μιας εξωτερικής εκκρεμότητας ή υπολοίπου, όπως η αποπληρωμή ενός δανείου, ή η συμπλήρωση ενός παζλ. Ο θάνατος δεν αποτελεί για την ύπαρξη κάτι εξωτερικό και μελλοντικό, αλλά κάτι εγγενές και παροντικό: προσδιορίζει την ύπαρξη βαθιά στον πυρήνα της ως πεπερασμένη. Ο άνθρωπος «θνήσκει ενόσω υπάρχει», και ο θάνατος είναι «ένα φαινόμενο της ζωής»: Αν και συνιστά την πλήρη ακύρωση της ύπαρξης, της επιτρέπει συγχρόνως να σχετισθεί με τον εαυτό της ως ολότητα. Με αυτή την έννοια, ο θάνατος αποτελεί μια δυνατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μη αναπληρώσιμος

Ο θάνατος δεν μπορεί, εντούτοις, να αποτελέσει αντικείμενο μιας άμεσης εμπειρίας. Ο δικός μας θάνατος εκφεύγει της εμπειρικής σύλληψης· ο θάνατος ενός τρίτου, από την άλλη, ακόμη και αν πρόκειται για ένα προσφιλές μας πρόσωπο, δεν μας παρέχει μια εμπειρία της απώλειας που υφίσταται ο ίδιος ο θνήσκων. Ο θάνατος είναι θεμελιωδώς μη αναπληρώσιμος. Σε πολλές (αν όχι σε όλες τις) πλευρές της ύπαρξής μας και της καθημερινής μας δραστηριότητας, μπορούμε να αναπληρωθούμε από άλλους. Μπορούμε να στείλουμε κάποιον άλλον να ψωνίσει για εμάς, να μας αντικαταστήσει στην εργασία, να μας εκπροσωπήσει σε μια τελετή. Μπορούμε, ακόμη, να βρούμε κάποιον δότη σπέρματος ή κάποια παρένθετη μητέρα που θα μας υποκαταστήσουν έως και στην πατρότητα ή στη μητρότητα. Ομως κανείς δεν μπορεί να αναλάβει τον θάνατο του άλλου: ο θάνατος παραμένει ουσιωδώς ο δικός μας, ατομικός θάνατος.

Ο θάνατος γίνεται έτσι το πιο ιδιαίτερο στοιχείο της ύπαρξής μας, μας διακρίνει από όλους τους άλλους, καθώς είναι η μόνη δυνατότητα που δεν μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους· λειτουργεί έτσι ως η βασική πηγή της εξατομίκευσής μας. Ο θάνατος είναι η έσχατη δυνατότητά μας, μια δυνατότητα που διακόπτει αμετάκλητα κάθε άλλη δυνατότητα – τρεπόμενος, έτσι, σε πλήρη αδυναμία. Είναι, συγχρόνως, η πιο βέβαιη δυνατότητά μας: ο βαθμός της βεβαιότητάς του ξεπερνά κάθε άλλη βεβαιότητα της ύπαρξης. Εντούτοις, παρ’ όλη τη βεβαιότητά του, ο θάνατός μας παραμένει μια δυνατότητα απροσδιόριστη: κανείς μας δεν γνωρίζει πότε ακριβώς θα επέλθει, και έτσι παραμένει παρών ως μια «διαρκής απειλή».

Ως πέρας και τέλος, ο θάνατος παρέχει στη ζωή τη δυνατότητα ολοκλήρωσης: τη δυνατότητά της να αποτελέσει μια συνεκτική ενότητα. Θέτοντας τον άνθρωπο ενώπιον της πεπερασμένης του φύσης, τον καλεί με έναν ριζικό τρόπο να προσδώσει νόημα και περιεχόμενο στην ατομική του ύπαρξη. Μόνο η ανάληψη αυτής της ατομικότητας μπορεί να οδηγήσει στην ευδαιμονία (Αριστοτέλης) ή στην αυθεντικότητα (Χάιντεγκερ).

* Ο κ. Παναγιώτης Θανασάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.· Το ερευνητικό, συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο επικεντρώνεται στην αρχαία φιλοσοφία, στον Χέγκελ και στον Χάιντεγκερ.

Επιμέλεια: Χαρίδημος Κ. Τσούκας
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΑΝΑΣΑΣ*