19.3.19

«Δός μοι τούτον τον ξένον»…

«Δός μοι τούτον τον ξένον»

Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι και το βαθυστόχαστο όσο και πολύ συγκινητικό μελοποίημα με το όνομα «Δός μοι τούτον τον ξένον» ή και «Τον Ήλιον Κρύψαντα» (από την εναρκτήρια φράσι της σύνθεσης).

Το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Αγίου Σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, έχει συνθέσει και μελοποιήσει σε πρώτη φάσι ο Γεώργιος Ακροπολίτης, λόγιος του 13ου αι.. Στην ελληνορθόδοξη μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση ψάλλεται κατά την διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή (συνήθως στα Μοναστήρια) και έχει παραδοθή με τον τίτλο «Carmen in magnum sabbatum – Στιχηρὸν ψαλλόμενον τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ σαββάτῳ».


Το κείμενο όμως απο το οποίο ο Γεώργιος Ακροπολίτης πήρε το υλικό του είναι πολύ παλαιότερο. Πρόκειται για την συγκλονιστική Ομιλία του Επιφανίου Σαλαμίνος/Κύπρου (4ος – 5ος αι.) με τον τίτλο , «Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας…». Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στον λόγο του αυτόν, σε ένα εκτεταμένο απόσπασμα, χρησιμοποιεί και επαναλαμβάνει με τρόπο υποβλητικό την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον».

Τὸν ἥλιον κρύψαντα

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων· 

δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω. 


Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον

ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Μεταγραφή στην νεοελληνική

Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες

και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη, λόγω του θανάτου του Σωτήρος,

ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.


Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε:

Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι

και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό,

αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.

Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο

ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,

που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο,

αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.

…Και σε έμμετρη μεταγραφή…

Τον ήλιο που σκοτίστηκε, τις πέτρες που ραγίσαν,
όταν επάνω στο Σταυρό τα θεία μάτια κλείσαν
ο Ιωσήφ κοιτάζοντας με θαυμασμό και δέος
μπρός στον Πιλάτο έρχεται για το ύστατο το χρέος.

«Σε ικετεύω -του μιλάει- δός μου τούτον τον ξένο
δός μου ετούτον τον νεκρό που βλέπω σταυρωμένο
σαν ξένο βρέφος οι άνθρωποι στον κόσμο τον δεχτήκαν
σαν ξένο τον θανάτωσαν, γιατί τον εμισήσαν.
Τον θάνατο όταν εννοώ, τρέμω κι άναυδος μένω·
σε ικετεύω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον ξένο.
Εκείνον που ευεργέτησε τον κάθε πονεμένο,
Εκείνον που αγκάλιασε κάθε φτωχό και ξένο.
Δεν είχε τόπο εδώ στη γη την κεφαλή να γείρει
κι οι Εβραίοι του έδωσαν να πιει του Πάθους το ποτήρι.
Γι΄ αυτό ζητώ το σώμα Του, το ταλαιπωρημένο
για να το θάψω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον Ξένο.»

Το απόσπασμα του Αγίου Επιφανίου 

[00132]

Ὀψίας γενομένης·

ἦν γὰρ λοιπὸν δύσας ἐν ᾅδῃ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἥλιος.


∆ιὸ ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος τοὔνομα Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὃς ἦν κρυβόμενος, διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων.

Ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος, ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτός.

Μυστήριον μυστηρίων ἀπόκρυφον.

∆ύο κρυπτοὶ μαθηταὶ κατακρύψαι Ἰησοῦν ἐν τάφῳ ἔρχονται, τὸ κρυπτὸν ἐν τῷ ᾅδῃμυστήριον τοῦ κρυπτοῦ Θεοῦ ἐν σαρκὶ διὰ τῆς ἰδίας κρύψεως διδάσκοντες.

Ἕτερος δὲ τὸν ἕτερον ὑπερβάλλων τῇ πρὸς Χριστὸν διαθέσει.

Ὁ μὲν γὰρ Νικόδημος ἐν τῇ σμύρνῃ, καὶ ἐν τῇ ἀλόῃ μεγαλόψυχος·

ὁ δὲ Ἰωσὴφ ἐν τῇ πρὸς Πιλᾶτον τόλμῃ καὶ παῤῥησίᾳ ἀξιέπαινος.

Οὗτος γὰρ πάντα φόβον ἀποῤῥιψάμενος, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον, αἰτούμενος τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ·

(…)

Καὶ οὕτως·

∆ός μοι νεκρὸν πρὸς ταφήν·

τὸ σῶμα ἐκείνου τοῦ παρὰ σοῦ κατακριθέντος Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρινοῦ,

Ἰησοῦ τοῦ πτωχοῦ, Ἰησοῦ τοῦ ἀοίκου,

Ἰησοῦ τοῦ κρεμαμένου, τοῦ γυμνοῦ, τοῦ εὐτελοῦς,

Ἰησοῦ τοῦ τέκτονος υἱοῦ, Ἰησοῦ τοῦ δεσμίου, τοῦ αἰθρίου,

τοῦ ξένου, καὶ ἐπὶ ξενίᾳ ἀγνωρίστου,

τοῦ εὐκαταφρονήτου , καὶ ἐπὶ πᾶσι κρεμαμένου.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·

Τι γάρ σε ὠφελεῖ τὸ σῶμα τούτου τοῦ ξένου;

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·



ἐκ μακρᾶς γὰρ ἦλθεν ὧδε τῆς χώρας, ἵνα

σώσῃ τὸν ξένον·

κατῆλθε γὰρ εἰς τὴν σκοτεινὴν ἀνενέγκαι τὸν ξένον.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·

αὐτὸς γὰρ καὶ μόνος ὑπάρχει ξένος.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὴν χώραν ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν πατέρα ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

οὗτινος τὸν τόπον καὶ τὸν τόκον, καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ξένην ζωὴν καὶ βίον ζήσαντα ἐπὶ ξένα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον [οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.



∆ός μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον,

ἐπὶ φάτνης τεχθέντα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν

ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων ἐν Αἰγύπτῳ ξενωθέντα,

οὐ πόλιν ἔχοντα, οὐ κώμην, οὐκ οἶκον, οὐ μονὴν, οὐ συγγενῆ·

ἐπ’ ἀλλοδαπῆς δὲ χώρας τυγχάνει οὗτος ὁ ξένος.

∆ός μοι , ὦ ἡγεμὼν, τοῦτον τὸν ἐπὶ ξύλου γυμνόν·



Σκεπάσω τὸν τῆς ἐμῆς φύσεως σκεπάσαντα γύμνωσιν.

∆ός μοι τοῦτον τὸν νεκρὸν ὁμοῦ καὶ Θεόν·

Σκεπάσω τὸν τὰς ἐμὰς ἀνομίας καλύψαντα.

(…)

Ὑπὲρ νεκροῦ ὦ ἡγεμὼν, δυσωπῶ, τοῦ ἐπὶ ξύλου κρεμαμένου ἀοίκου.

Οὐ γὰρ πάρεστι τούτῳ οὐ πατὴρ ἐπὶ γῆς, οὐ φίλος, οὐ μαθητὴς,

οὐ συγγενὴς, οὐκ ἐνταφιαστής·

ἀλλ’ αὐτὸς μόνος τοῦ μόνου μονογενὴς,

ἐν κόσμῳ Θεὸς, καὶ ἄλλος οὐδείς

(…)

Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου


( MIGNE, Documenta Catholica Omnia, Epiphanius Salaminis Episcopus – Homilia in divini corporis sepulturam)

18.3.19

21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Isis tomorrow: The lost souls of Mosul, των Franchesca Mannochi Και Alessio Romenzi

Οι ιστορίες και τα τραύματα οικογενειών της Μοσούλης μετά το πέρασμα του ISIS, βρίσκονται στο επίκεντρο του ντοκιμαντέρ των Franchesca Mannochi και Alessio Romenzi, που βρέθηκαν στο Ιράκ και κατέγραψαν μερικές από τις πιο φρικιαστικές στιγμές ενός τραγικού πολέμου. Μια ταινία μέρος του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που πραγματεύεται ένα μνημειωδώς δύσκολο ζήτημα, αλλά στέκεται αξιοθαύμαστα στο ύψος του.
Image result for 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Isis tomorrow: The lost souls of Mosul, των Franchesca Mannochi Και Alessio Romenzi
Η ιστορία του ISIS είναι πλέον γνωστή σε κάθε γωνιά της Ευρώπης αλλά ενδεχομένως και ολόκληρου του κόσμου. Μια τρομοκρατική οργάνωση που εφαρμόζει μεθόδους πρωτοφανούς βιαιότητας και απανθρωπιάς, έχοντας αιματοκυλίσει μεγάλα κομμάτια της Μέσης Ανατολής. Στην Μοσούλη, μια πόλη του Ιράκ στις όχθες του ποταμού Τίγρη, το ISIS εγκαταστάθηκε από το 2014 έως και το 2017, όταν και εκδιώχθηκε οριστικά από τον ιρακινό στρατό. Στο μεσοδιάστημα, το ISIS προέβη σε φρικιαστικά εγκλήματα πολέμου. Η μάχη που δόθηκεγια την ανακατάληψη της πόλης υπήρξε σκληρή και διήρκησε 8 μήνες, με πολλές εκατέρωθεν απώλειες. Οι «Χαμένες ψυχές της Μοσούλης» πιάνουν το νήμα από αυτό το σημείο, από την απελευθέρωση της πόλης, που δεν θύμιζε σε τίποτα τον πρότερο εαυτό της. Μια πόλη-φάντασμα, θαμμένη κάτω από τόνους στάχτης, μπάζα και διαλυμένα οχήματα. Στους δρόμους της, τα ορφανά του πολέμου ψάχνουν στα χαλάσματα για κάτι που θα τους αποφέρει ένα στοιχειώδες εισόδημα για να επιβιώσουν. Κάποιοι τα καταφέρνουν. Οι περισσότεροι όχι.

Η κάμερα των Franchesca Mannochi και Alessio Romenzi στήνεται απέναντι από μικρά παιδιά. Παιδιά που έμειναν ορφανά επειδή οι γονείς τους σκοτώθηκαν στον πόλεμο, ή δολοφονήθηκαν από τον ISIS. Παιδιά που κουβαλούν μέσα τους ένα τραύμα ασύλληπτο, που έχουν βιώσει μια ανείπωτη φρίκη και παρόλα αυτά βρίσκουν το κουράγιο να βάλουν σε μια σειρά μερικές λέξεις για να επικοινωνήσουν τον πόνο, την πίκρα, την οργή τους. Ζητούν εκδίκηση για τους νεκρούς συγγενείςτους, ζητούν δικαίωση, μα πάνω από όλα το βλέμμα τους αναζητά την ελπίδα για ένα μέλλον λιγότερο αιματοβαμμένο και τραγικό. Κάτι μάλλον απίθανο.

Βλέπουμε μικρά παιδιά και χήρες, που έμειναν πίσω σε έναν κόσμο φτιαγμένο από συντρίμμια, να παλέψουν για την επιβίωσή τους σε μια χαοτική κατάσταση, με μια κυβέρνηση που στην προσπάθεια της να ξεριζώσει και τους τελευταίους θύλακες του ισλαμικού κράτους, στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων.

Εξομολογήσεις σοκαριστικές, τραγικές, πέρα και πάνω από κάθε περιγραφή. Όσο και αν τα λόγια αυτών των ανθρώπων προκαλούν τη θλίψη, τα βλέμματα τους, οι κινήσεις των χεριών τους, η αποστροφή των ματιών τους από την κάμερα λένε πολλά περισσότερα. Άνθρωποι που ζουν θέλοντας να πεθάνουν, αλλά υπομένουν το μαρτύριο για χάρη των παιδιών και των συγγενών τους.

Οι δημιουργοί ωστόσο, στην προσπάθεια τους να συλλάβουν τα αποτελέσματα της σύρραξης σε όλο τους το εύρος, μιλάνε και με ορφανά και χήρες μαχητών του ISIS. Οικογένειες που έχουν εξοστρακιστεί από τον υπόλοιπο κόσμο, έχουν κλειστεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, και πλέον δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν δημόσια, αφού ζουν μονίμως με τον φόβο ότι θα τους χτυπήσουν, θα τους εξευτελίσουν, θα τους λιντσάρουν. Το βλέμμα των δημιουργών στέκεται απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους στιβαρό, χωρίς καμία πρόθεση κριτικής. Είναι εκεί για να καταγράψει τις ιστορίες τους, για να καταλάβει τι είναι αυτό που οδήγησε αυτές τις οικογένειες στα χέρια του ISIS, γιατί υποτάχθηκανσε μια ιδεολογία θρησκευτικής επιβολής, την οποία αρχικά αρκετοί χαιρέτισαν θετικά, αλλά στην συνέχεια υπήρξαν τραγικά της θύματα. Και εδώ, ίσως, να εντοπίζεται και η βασική θεματική του ντοκιμαντέρ. Τι είναι αυτό που οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στη βία και στον πόλεμο. Και τι είναι αυτό που ενδεχομένως να τους ξανά-οδηγήσει. Ο θρησκευτικός φανατισμός; Η απόγνωση; Απάντηση δύσκολα να βρεθεί. Ωστόσο οι δημιουργοί δείχνουν μια στωική υπομονή μπροστά στο δράμα αυτών των ανθρώπων. Αρνούνται τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις, τον μανιχαϊστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Ξεκινώντας από τις μέρες του πολέμου, η κάμερα των δημιουργών χώνεται μέσα στα χαρακώματα, περνάει ξυστά από σφαίρες, κρύβεται μέσα σε διαλυμένα σπίτια που χρησιμοποιούνται ως κάλυψη για τα πολυβόλα. Συνομιλεί με στρατιώτες, με μέλη των μυστικών υπηρεσιών, βρίσκεται εκεί την στιγμή της απελευθέρωσης της Μοσούλης. Ίπταται πάνω από πτώματα, κυκλοφορεί ανάμεσα σε οικογένειες και παιδιά που τρέχουν με λευκές σημαίες ανάμεσα στη γραμμή πυρός μεταξύ του ISIS και του στρατού - με λευκές σημαίες για να σωθούν.

Βρίσκεται εκεί που δεν μπορούμε να βρεθούμε εμείς. Το ντοκιμαντέρ των Franchesca Mannochi και Alessio Romenzi αποτελεί μια συγκλονιστική καταγραφή, που όσο επίπονο είναι να το παρακολουθείς (και είναι πραγματικά εξαιρετικά επίπονο) άλλο τόσο είναι και απαραίτητο. Επιτελεί μια λειτουργία του κινηματογράφου ως μέσου που συχνά την παραμελούμε. Προβάλλει τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων. Μας φέρνει κοντά στην τραγωδία του πολέμου - αυτού αλλά και κάθε πολέμου. Ίσως ο καθένας από εμάς να μην μπορεί να βοηθήσει άμεσα. Οφείλουμε όμως σε αυτούς τους ανθρώπους, το ελάχιστο. Να γνωρίζουμε. Και να μην ξεχνάμε.

Isis tomorrow: The lost souls of Mosul, των Franchesca Mannochi και Alessio Romenzi

Μετάφραση: Οι χαμένες ψυχές της Μοσούλης

Διάρκεια: 80’

Σπίτι – μια ταινία μικρού μήκους του Thomas Gleeson

Image result for Σπίτι – μια ταινία μικρού μήκους του Thomas Gleeson
Σε αυτό το “μινιμαλιστικό ντοκυμαντέρ μικρού μήκους”, όπως το χαρακτήρισαν, πρωταγωνιστές είναι τα σπίτια: τρυφερά, ευαίσθητα, κατοικημένα και ταυτόχρονα απελπιστικά μόνα.