Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971) Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,μόνος, στον Παράδεισο

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,

μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές 
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος 
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας 
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα 
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου. 


ΙΙ. 

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται 
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν 
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά 
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά 
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή" 
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική 

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας 
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο 
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες 
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί 
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες 
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού 
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από 
τούς καταρράχτες 

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ 
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό 
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά 
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά 

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό 
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο 
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος. 


ΙΙΙ. 

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω 
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος 
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια 
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη 
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω 
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε 

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα 
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς 
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ" 
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο 
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο 
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά 
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά 
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες 
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει 
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει 
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ 
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο 
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο 
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα 
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου 
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι 
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο 
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα. 

ΙV. 

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς 
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς 
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς 
Μαχαίρι 
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς 
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς 
Είμ’εγώ,μ’ακούς 
Σ’αγαπώ,μ’ακούς 
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ 
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς 
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς 

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς 

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες 
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς 
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι 
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς 
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς 
Τών ανθρώπων 
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει 

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς 
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς 
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς 
Όπου κάποτε οί φιγούρες 
Τών Αγίων 
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς 
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς 
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω 
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς 
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους 
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς 

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς 
Τής αγάπης 
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε 
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς 
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς 
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας 
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς 

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς 

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς 
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς 
Μές στή μέση τής θάλασσας 
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς 
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς 
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς 
Άκου,άκου 
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς; 
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς 
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς. 

V. 

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Image result for αμυγδαλια ανοιξη
Στον ποιητή Μιχαήλ Μήτρα ανήκει η αρχική έμπνευση της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Ο Έλληνας ποιητής, το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη ημέρα γι’ αυτό.

Η ημέρα της εαρινής ισημερίας

Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998, στο παλαιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά.
Την επόμενη χρονιά, ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην Unesco, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.


Το σκεπτικό της απόφασης

Τον Οκτώβριο του 1999, στη γενική διάσκεψη της Unesco στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της.

Ο Διεθνής 

Οργανισμός θέλησε με αυτό τον τρόπο να προωθήσει την τέχνη της ποίησης - και συγκεκριμένα τις προσπάθειες των μικρών εκδοτών να τυπώνουν συλλογές νέων ποιητών, την επιστροφή της προφορικής παράδοσης με την ανάγνωση ποιημάτων ενώπιον κοινού και την αποκατάσταση ενός διαλόγου μεταξύ της ποίησης και των άλλων μορφών τέχνης, πάνω στον αφορισμό του Ντελακρουά: «Δεν υπάρχει Tέχνη χωρίς Ποίηση».


Εκδηλώσεις

Η καθιερωμένη από το 2000 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, αποκτά φέτος ανανεωμένη φόρα με το «Αθήνα - Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018», βρίσκει στέγη τόσο σε μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία, ταρακουνάει εξωτερικούς χώρους και στοές της πόλης, φέρνοντας την ποιητική άνοιξη με πλήθος εκδηλώσεων πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την επίσημη ημερομηνία της 21ης Μαρτίου -όλες με ελεύθερη είσοδο και αρκετούς συμμετέχοντες

Ο δήμος Αθηναίων δίνει τον παλμό

Από το πρόγραμμα των εκδηλώσεων υπό την αιγίδα του δήμου Αθηναίων που διαδίδουν τον ποιητικό λόγο σε διάφορα κεντρικά σημεία της πόλης, ξεχωρίζει η ολονυχτία ποίησης. Στις 21 του Μαρτίου, εβδομήντα γνωστές προσωπικότητες από τον χώρο των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών συγκεντρώνονται στον πάνω όροφο του Ιανού για να διαβάσουν τα αγαπημένα τους ποιήματα και να ερμηνεύσουν μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια μελοποιημένης ποίησης. Η βραδιά ξεκινάει στις 8 και τελειώνει μετά τα μεσάνυχτα. Να σημειωθεί ότι όποιος από το κοινό επιθυμεί, μπορεί να διαβάσει ένα ποίημα της επιλογής του. Βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24) | 21/3 | 8 μ.μ.


Στη Στοά του Βιβλίου… με πανσέληνο

Στη μνήμη του προσφάτως αποθανόντα Μιχαήλ Μήτρα (1944-2019), που ύστερα από δική του πρόταση καθιερώθηκε στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, αφιερώνεται η βραδιά της 21ης Μαρτίου στη Στοά του Βιβλίου. Μέλη και φίλοι του Κύκλου των Ποιητών σε συνεργασία με τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία απαγγέλλουν ποιήματα, συνοδευόμενοι μελωδικά από μουσικούς και συνθέτες όπως οι Νίκος Τσώλης και Ιάσονας Καλόγερος, σε μια γιορτή προς τιμήν του περιβάλλοντος του πολιτισμού, αλλά και του πολιτισμού του περιβάλλοντος. Στοά του Βιβλίου | 21/3 | 7 μ.μ.


Διανοούμενοι σε ομηρικό τέμπο

Μια μέρα μετά από την καθιερωμένη παγκόσμια ημέρα, στις 22 Μαρτίου, η Εταιρεία Συγγραφέων, επίσης στη μνήμη του Μιχαήλ Μήτρα, γιορτάζει με την εκδήλωση με τίτλο «Στο Φως του Ομήρου», με εισήγηση του συγγραφέα και Ομότιμου Καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Αποσπάσματα από τα ομηρικά έπη θα διαβάσουν οι συγγραφείς και μέλη της Εταιρείας Ζυράννα Ζατέλη και Αχιλλέας Κυριακίδης. Την εκδήλωση επενδύει μουσικά ο συνθέτης Στέφανος Κορκολής. Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50, είσοδος κι από Σόλωνος) | 22/3 | 7.30 μ.μ.


Μια τέλεια εξαφάνιση στα βόρεια

Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης γιορτάζει και το βιβλιοπωλείο Ευριπίδης στην Κηφισιά με τον Γιάννη Μπασκόζο να συνομιλεί με την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ για τη ζωή και το έργο της, υπό τον ήχο κάποιων μελοποιημένων έργων της ίδιας από το συγκρότημα Dilemma (Πόπη Νταλαχάρη – Σωτήρης Τράγκας) και τίτλο «Η τέλεια εξαφάνιση». Βιβλιοπωλείο Ευριπίδης (Κηφισίας 310, Κηφισιά) | 21/3 | 7 μ.μ.

Ένα ποίημα για τον μεγάλο Ζακύνθιο

Σε έναν άλλο μεγάλο ποιητή, τον Ανδρέα Κάλβο και τα 150 χρόνια (1792-1869) από τον θάνατό του, είναι αφιερωμένη η εκδήλωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, σε συντονισμό της Ανθούλας Δανιήλ. Οι ενδιαφερόμενοι προσκαλούνται να προσέλθουν με ποίημα δικό τους ή ξένο προς τιμήν του Ζακύνθιου ποιητή. Βιβλιοπωλείο Επί Λέξει (Ακαδημίας 32, Σύνταγμα) | 22/3 | 7 μ.μ.


Η Θεσσαλονίκη γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Για μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρίθει πολιτισμού και έμπνευσης, η 21η Μαρτίου αποτελεί μια σπουδαία ευκαιρία για ένα μεγάλο ευχαριστώ στους δημιουργούς, τιμώντας τα έργα και τη μνήμη τους.
«Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση»
Ντελακρουά

ΚΘΒΕ

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και τιμά τους ποιητές Μιχάλη Κατσαρό και Μίλτο Σαχτούρη. Με αφορμή 100 χρόνια από τη γέννηση των δύο ξεχωριστών ποιητών της Μεταπολεμική γενιάς, ηθοποιοί του ΚΘΒΕ θα διαβάσουν ποιήματα, ενώ για το έργο τους θα μιλήσουν οι Καθηγητές του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ Ιωάννα Ναούμ (Επίκουρη Καθηγήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας) και Μιχάλης Μπακογιάννης (Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας). Στην εκδήλωση, η οποία θα έχει ελεύθερη είσοδο, θα προβληθεί οπτικοακουστικό υλικό ενώ, εκτός από επιλεγμένα ποιήματα, θα ακουστούν έργα των δύο ποιητών μελοποιημένα από γνωστούς Έλληνες συνθέτες. ΚΘΒΕ, στις 18:30, Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.


Κέντρο Μουσικής του δήμου Θεσσαλονίκης

Η γιορτή της Ποίησης, η οποία αποτελεί πλέον θεσμό εδώ και δεκατέσσερα χρόνια και υλοποιείται από τον Σύνδεσμο Εκδοτών, είναι αφιερωμένη φέτος στον μεγάλο ποιητή της Θεσσαλονίκης Ντίνο Χριστιανόπουλο και στη μνήμη του ποιητή Μιχαήλ Μήτρα. Ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας θα πραγματοποιήσει εκδήλωση την Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019 και ώρα 7μ.μ. σε αίθουσα της Διεύθυνσης Πολιτισμού, Κέντρο Μουσικής, Διεύθυνση Μουσικών Δραστηριοτήτων του δήμου Θεσσαλονίκης, (Κουντουριώτου 17, απέναντι από το Λιμάνι).


«Ίδε το έαρ το γλυκύ» στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού


Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού (ΜΒΠ), προσκαλεί το κοινό στην εκδήλωση με τίτλο «Ίδε το έαρ το γλυκύ», που θα πραγματοποιηθεί στον χώρο υποδοχής (φουαγιέ) του ΜΒΠ, την Πέμπτη 21 Μαρτίου στις 20:00, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Συγκεκριμένα, την Πέμπτη 21 Μαρτίου, ημέρα παγκόσμιου εορτασμού της εισόδου στην «Εαρινή Ισημερία», καθώς επίσης και εορτασμού της «Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης», προγραμματίζεται περιοδική έκθεση και εκδήλωση Λόγου, με τίτλο «Ίδε το έαρ το γλυκύ» [λεωφ. Στρατού 2, Θεσσαλονίκη].

«Ωδές» στην Οικία Τέλλογλου

Άγγελος Σικελιανός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Μ. Καραγάτσης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κωνσταντίνος Καβάφης, Διονύσιος Σολωμός, Κωστής Παλαμάς, είναι ορισμένα από τα πορτρέτα προσωπικοτήτων της ποίησης και της λογοτεχνίας που φιλοτέχνησε η Κατερίνα Χατζή και θα παρουσιαστούν στην έκθεση «ΩΔΕΣ», στην Οικία Τέλλογλου. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19.00 [Αριστοτέλους 2, 4ος όροφος].


Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στον Ιανό

O Ιανός γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και προσκαλεί το κοινό σε συζήτηση στρογγυλής τράπεζας μεταξύ νέων ποιητών με θέμα: Η ποίηση που εμπνέει και εμπνέεται… Νέοι δημιουργοί μιλούν για τη δική τους ποίηση αλλά και για την έμπνευση που τους οδηγεί στην ποίηση και διαβάζουν αποσπάσματα αγαπημένων τους ποιημάτων. Συμμετέχουν οι Γιάννης Κυρατσός, Ελένη Σκάρπου, Έλλη Φρεγγίδου. Συντονίζει η Ιωάννα Δανδέλια, δημοσιογράφος – διευθύντρια εκδόσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας [Πέμπτη 21 Μαρτίου, στις 19.00, στον Ιανό, Αριστοτέλους 7].

Βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης - Ποιητικό γαϊτανάκι

Ανατρέξτε στην βιβλιοθήκη σας, βρείτε το ποίημα που σας συγκλόνισε και από τις 6 το απόγευμα και μετά μπορείτε να το απαγγείλετε στο βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης σε ένα ποιητικό γαϊτανάκι. Την εκδήλωση θα παρουσιάσει ο Κωστής Ζαφειράκης και θα συμμετάσχουν μαθητές και εκπαιδευτικοί του Γυμνασίου-Λυκείου των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, ενώ θα υπάρχει ζωντανή μουσική με αγαπημένα μελοποιημένα ποιήματα ερμηνευμένα από τον Γιώργο Παπούδη. Τον δικό τους φόρο τιμής θα αποτίσουν άνθρωποι του πνεύματος από τον χώρο της λογοτεχνίας, της μουσικής και του θεάτρου. Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής μέχρι λίγο πριν την έναρξη της εκδήλωσης. Μέγιστος χρόνος απαγγελίας 2 λεπτά [Μητροπόλεως 92].

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

«Δός μοι τούτον τον ξένον»…

«Δός μοι τούτον τον ξένον»

Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι και το βαθυστόχαστο όσο και πολύ συγκινητικό μελοποίημα με το όνομα «Δός μοι τούτον τον ξένον» ή και «Τον Ήλιον Κρύψαντα» (από την εναρκτήρια φράσι της σύνθεσης).

Το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Αγίου Σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, έχει συνθέσει και μελοποιήσει σε πρώτη φάσι ο Γεώργιος Ακροπολίτης, λόγιος του 13ου αι.. Στην ελληνορθόδοξη μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση ψάλλεται κατά την διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή (συνήθως στα Μοναστήρια) και έχει παραδοθή με τον τίτλο «Carmen in magnum sabbatum – Στιχηρὸν ψαλλόμενον τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ σαββάτῳ».


Το κείμενο όμως απο το οποίο ο Γεώργιος Ακροπολίτης πήρε το υλικό του είναι πολύ παλαιότερο. Πρόκειται για την συγκλονιστική Ομιλία του Επιφανίου Σαλαμίνος/Κύπρου (4ος – 5ος αι.) με τον τίτλο , «Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας…». Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στον λόγο του αυτόν, σε ένα εκτεταμένο απόσπασμα, χρησιμοποιεί και επαναλαμβάνει με τρόπο υποβλητικό την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον».

Τὸν ἥλιον κρύψαντα

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων· 

δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω. 


Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον

ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Μεταγραφή στην νεοελληνική

Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες

και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη, λόγω του θανάτου του Σωτήρος,

ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.


Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι.

Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε:

Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι

και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό,

αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.

Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο

ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,

που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο,

αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.

…Και σε έμμετρη μεταγραφή…

Τον ήλιο που σκοτίστηκε, τις πέτρες που ραγίσαν,
όταν επάνω στο Σταυρό τα θεία μάτια κλείσαν
ο Ιωσήφ κοιτάζοντας με θαυμασμό και δέος
μπρός στον Πιλάτο έρχεται για το ύστατο το χρέος.

«Σε ικετεύω -του μιλάει- δός μου τούτον τον ξένο
δός μου ετούτον τον νεκρό που βλέπω σταυρωμένο
σαν ξένο βρέφος οι άνθρωποι στον κόσμο τον δεχτήκαν
σαν ξένο τον θανάτωσαν, γιατί τον εμισήσαν.
Τον θάνατο όταν εννοώ, τρέμω κι άναυδος μένω·
σε ικετεύω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον ξένο.
Εκείνον που ευεργέτησε τον κάθε πονεμένο,
Εκείνον που αγκάλιασε κάθε φτωχό και ξένο.
Δεν είχε τόπο εδώ στη γη την κεφαλή να γείρει
κι οι Εβραίοι του έδωσαν να πιει του Πάθους το ποτήρι.
Γι΄ αυτό ζητώ το σώμα Του, το ταλαιπωρημένο
για να το θάψω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον Ξένο.»

Το απόσπασμα του Αγίου Επιφανίου 

[00132]

Ὀψίας γενομένης·

ἦν γὰρ λοιπὸν δύσας ἐν ᾅδῃ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἥλιος.


∆ιὸ ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος τοὔνομα Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὃς ἦν κρυβόμενος, διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων.

Ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος, ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτός.

Μυστήριον μυστηρίων ἀπόκρυφον.

∆ύο κρυπτοὶ μαθηταὶ κατακρύψαι Ἰησοῦν ἐν τάφῳ ἔρχονται, τὸ κρυπτὸν ἐν τῷ ᾅδῃμυστήριον τοῦ κρυπτοῦ Θεοῦ ἐν σαρκὶ διὰ τῆς ἰδίας κρύψεως διδάσκοντες.

Ἕτερος δὲ τὸν ἕτερον ὑπερβάλλων τῇ πρὸς Χριστὸν διαθέσει.

Ὁ μὲν γὰρ Νικόδημος ἐν τῇ σμύρνῃ, καὶ ἐν τῇ ἀλόῃ μεγαλόψυχος·

ὁ δὲ Ἰωσὴφ ἐν τῇ πρὸς Πιλᾶτον τόλμῃ καὶ παῤῥησίᾳ ἀξιέπαινος.

Οὗτος γὰρ πάντα φόβον ἀποῤῥιψάμενος, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον, αἰτούμενος τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ·

(…)

Καὶ οὕτως·

∆ός μοι νεκρὸν πρὸς ταφήν·

τὸ σῶμα ἐκείνου τοῦ παρὰ σοῦ κατακριθέντος Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρινοῦ,

Ἰησοῦ τοῦ πτωχοῦ, Ἰησοῦ τοῦ ἀοίκου,

Ἰησοῦ τοῦ κρεμαμένου, τοῦ γυμνοῦ, τοῦ εὐτελοῦς,

Ἰησοῦ τοῦ τέκτονος υἱοῦ, Ἰησοῦ τοῦ δεσμίου, τοῦ αἰθρίου,

τοῦ ξένου, καὶ ἐπὶ ξενίᾳ ἀγνωρίστου,

τοῦ εὐκαταφρονήτου , καὶ ἐπὶ πᾶσι κρεμαμένου.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·

Τι γάρ σε ὠφελεῖ τὸ σῶμα τούτου τοῦ ξένου;

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·



ἐκ μακρᾶς γὰρ ἦλθεν ὧδε τῆς χώρας, ἵνα

σώσῃ τὸν ξένον·

κατῆλθε γὰρ εἰς τὴν σκοτεινὴν ἀνενέγκαι τὸν ξένον.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον·

αὐτὸς γὰρ καὶ μόνος ὑπάρχει ξένος.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὴν χώραν ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν πατέρα ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

οὗτινος τὸν τόπον καὶ τὸν τόκον, καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.

Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ξένην ζωὴν καὶ βίον ζήσαντα ἐπὶ ξένα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον [οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.



∆ός μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον,

ἐπὶ φάτνης τεχθέντα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν

ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα.

∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον,

τὸν ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων ἐν Αἰγύπτῳ ξενωθέντα,

οὐ πόλιν ἔχοντα, οὐ κώμην, οὐκ οἶκον, οὐ μονὴν, οὐ συγγενῆ·

ἐπ’ ἀλλοδαπῆς δὲ χώρας τυγχάνει οὗτος ὁ ξένος.

∆ός μοι , ὦ ἡγεμὼν, τοῦτον τὸν ἐπὶ ξύλου γυμνόν·



Σκεπάσω τὸν τῆς ἐμῆς φύσεως σκεπάσαντα γύμνωσιν.

∆ός μοι τοῦτον τὸν νεκρὸν ὁμοῦ καὶ Θεόν·

Σκεπάσω τὸν τὰς ἐμὰς ἀνομίας καλύψαντα.

(…)

Ὑπὲρ νεκροῦ ὦ ἡγεμὼν, δυσωπῶ, τοῦ ἐπὶ ξύλου κρεμαμένου ἀοίκου.

Οὐ γὰρ πάρεστι τούτῳ οὐ πατὴρ ἐπὶ γῆς, οὐ φίλος, οὐ μαθητὴς,

οὐ συγγενὴς, οὐκ ἐνταφιαστής·

ἀλλ’ αὐτὸς μόνος τοῦ μόνου μονογενὴς,

ἐν κόσμῳ Θεὸς, καὶ ἄλλος οὐδείς

(…)

Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου


( MIGNE, Documenta Catholica Omnia, Epiphanius Salaminis Episcopus – Homilia in divini corporis sepulturam)

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα γιὰ τὸ ἴδιο βουνό


Ι
Ὄχι ἀκόμη, δὲν ἦρθα νὰ σὲ ἀπο-
χαιρετήσω ἀδελφέ, ποὺ σὲ ἀνέβηκα
πρώτη φορὰ ὅταν ἤμουν φῶς
σ᾿ ἕνα μίσχο. Οἱ περσότεροι
στίχοι μου εἶναι κτίσματα
πάνω σου. Κι ἂν ὁ λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θὰ μέναμε ὄρθιοι
τότε κ᾿ οἱ δυὸ σὰν πέτρες
παράλληλες. Ὅμως μέσα
στὸ ἀνάστατο δάσος τοῦ κόσμου
σήμερα ὁ Λόγος δύσκολα
ἀκούγεται. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ
τὸ ξέρω πὼς μέσ᾿ ἀπὸ τὰ
βιβλία μου αὔριο θὰ μαζεύουν
λουλούδια καὶ πὼς θὰ μιλοῦν
γιὰ τὸ θαῦμα - ζωή, κοιτώντας
τὸν κόσμο μέσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς στίχους μου.

ΙΙ
Σὲ ἀνέβαινα, σὲ κατέβαινα, οὐρανὸ
φορτωμένος γιὰ τὶς ἀνάγκες μου.
Οἱ λέξεις μου, κάλυκες, ἔπρεπε
νὰ γιομίζουν μὲ φῶς. Οἱ στίχοι μου
γλάστρες στοῦ Θεοῦ τὸ παράθυρο.

ΙΙΙ
Ὅταν ἦρθα στὸν κόσμο κ᾿ εἶδα
τὸν ἥλιο, εἶπα: Θὰ πρέπει κάτι
ν᾿ ἀφήσω πίσω μου φεύγοντας.
Καὶ τὸ βρῆκα ἀρκετό. Ν᾿ ἀνεβῶ
στὴν κορφή σου, νὰ πετάξω
στὴ γῆς ἕνα λουλοῦδι.

IV
Εἶδα τὸν κεραυνό, τὸ φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω τὴν κορφή σου,
μετέωρος. Κ᾿ ἡ σκέψη μου ἔπαιξε
μὲς τὸ κρανίο μου σὰν ἀστραπή:
Πηδώντας στὸ πρῶτο του, ν᾿ ἀνεβῶ
ἕνα - ἕνα, ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω
τὰ λοξὰ σκαλοπάτια του.

V
Ἡ οὐράνια δαντέλα,
ἡ σχεδὸν κυματίζουσα,
τῶν γραμμῶν σου, θαρρεῖς
ὅταν δύει ὁ ἥλιος
καὶ γιομίζει ἀγγέλους.

Προχωροῦν, ἀνεβαίνουν
ἀπ᾿ τὶς δυὸ παρυφὲς
στὴ μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σὰν μιὰ χορωδία.

Ὅσο ποὺ τέλος,
κάποιος ἀπ᾿ ὅλους
ἁπλώνει τὸ χέρι
κι ἀνάβει τὸν ἕσπερο.

VI
Ἐδῶ πάνω εἶναι ὁ θάνατος ἄγνωστος
ἔλεγα κ᾿ ἔγραφα κάποτε. Κ᾿ ἦταν
ἀλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τὰ περάσματα ἔκλειναν.
Ὁ κρύος ἀέρας κ᾿ οἱ σκιὲς
τῆς νυχτὸς δὲν ἔβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
τὸ ἔξω καὶ τὸ μέσα μου φῶς
κι ἁπλωνόταν δίχως ὅρια γύρω μου.

VII
Ἤμουν δέκα χρονῶν ὅταν χάραξα
μ᾿ ἕνα σουγιᾶ σὲ μιὰ πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου, μόλις βγαίνει νὰ τὸ
συλλαβίζει ὁ ἥλιος. Ἦταν τότε
ποὺ ἀκόμη εἶχα «ἐγώ» μὰ ποὺ
ἀργότερα τό ῾σβησα, καθὼς
ἡ βροχὴ ἀπ᾿ τὴν πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου.
………………Τ᾿ ὄνομά μου
ἡ φωνὴ ἑνὸς ἀηδονιοῦ
ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὸ δάσος
χωρὶς τ᾿ ὄνομά μου.
Μοῦ ἀρκεῖ νὰ γνωρίζω ὅτι
στάζει Θεὸ στὶς ψυχὲς
τῶν παιδιῶν ἡ λάμψη τῶν λέξεων.

VIII
Ὑποσχόμουν στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Χαμογελοῦσα στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Δὲν ἤσουν τὸ ἕνα, καλό μου βουνό.
Σὲ ἔκαμα πρόσωπο, σὲ εἶδα λαὸ
καὶ σὲ εἶδα πλανήτη. Κ᾿ ἔκαμα
ἕνα ὄμορφο ὄνειρο: Νὰ μεταβάλω
μ᾿ αὐτὸ τὸ χαμόγελο πάνω σου
σὲ κρόσια ἥλιου ὅλα τὰ σύννεφα,
σὲ φώσφορο εἰρήνης μιὰ καταιγίδα.

IX
Εἶχα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχεις. Νὰ βρῶ
ν᾿ ἀκουμπήσω κάπου τὴ λύπη μου.
Σὲ καιροὺς ὅπου ὅλα, πρόσωπα,
αἰσθήματα, ἰδέες, ἦταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιὰ πέτρα στερεὴ
ν᾿ ἀκουμπῶ τὸ χαρτί μου.
Μὴν ἀποσύρεις τὴν πέτρα σου,
Κύριε, καὶ μείνουν τὰ χέρια μου
στὸ κενό. Ἔχω ἀκόμη νὰ γράψω.

X
Παλεύοντας διάσχισα ἀνέμους
πολλούς, ποὺ βρίσκαν τὸ στῆθος μου
ἀνοιχτὸ καὶ μὲ πάγωναν. Ὑδρορροὲς
κεραυνῶν τὸ μέτωπό μου, φαγώθηκε,
ἔτσι ποὺ τώρα νὰ στεκόμαστε
ὁ ἕνας μας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο,
σὰν δυὸ ἀδελφὰ γκρίζα
πετρώματα.
……………..Ἡ γαλήνη σου
ὅμως καὶ ἡ γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στὰ πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
τὴν ὕπαρξη.
…………….Ἡ μοῖρα
μοῦ ἐπέτρεψε ἀπ᾿ ὅλον τὸν μέγα
πλοῦτο ποὺ ὑμνῶ, νὰ ἔχω
κ᾿ ἐγὼ στὸ σύμπαν μιὰ πέτρα.

XI
Πολὺ τὸ προσπάθησαν οἱ ἄσχημοι
τοῦτοι καιροί, ἀλλὰ τέλος
δὲν μοῦ ρήμαξαν τὴν ψυχὴ
γιὰ νὰ μείνει ἐδῶ, νὰ στέκεται
δίπλα σου, νὰ σὲ ντύνει,
σὲ ὧρες χαρμόσυνων ἡμερῶν,
ἀγγελμάτων.
………………Θά ῾ναι τὸ γιορ-
τινό σου πουκάμισο.

XII
Θέλω νὰ ὑφάνω, ν᾿ ἀποδώσω μὲ λέξεις
τὸ ρυθμὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ χτυπάει
στὰ χαλίκια κάτω ἀπ᾿ τὶς φτέρες σου.
Ν᾿ ἀκούγεται ὅμοια κ᾿ ἡ ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τὴ λέξη, μέσα
στοὺς στίχους μου, νὰ ρέει
συνεχῶς, καθαρά, τρυφερά,
(ἀπὸ δῶ οὐρανὸς κι ἀπὸ κεῖ οὐρανός)
μουσικὴ δωματίου μέσα στὸ χρόνο.

XIII
Μὲ τὶς λέξεις σου μίλησα τῶν τσοπάνηδων
ποὺ τὶς φύλαξα στὸ αἷμα μου. Ἦταν
γυμνὲς καὶ τοὺς φόρεσε ἔνδυμα
νὰ ταιριάζουν στὴν ὁμιλία μου
μὲ τὸν κόσμο - μὲ τὰ ζῶντα καὶ μή,
ποὺ ὅλα μαζὶ σχηματίζουνε ἕναν
ποταμὸ ὀμορφιᾶς, ποὺ ἐδῶ ἀκριβῶς,
στοὺς δυό μας ἀνάμεσα καὶ γύρω ἀπὸ μᾶς,
στὸ χῶρο τῆς γῆς, τέμνει τὴν ἄβυσσο.

XIV
Τὸ ξέρω ὅτι ἤσουν καὶ πρὶν
γεννηθῶ. Τὸ ὕψος σου
πάντως βγῆκε ἀπὸ μέσα μου.


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...