Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η φοβερότερη πολεμική αναμέτρηση που γνώρισε η ανθρωπότητα και ο πρώτος αληθινά παγκόσμιος πόλεμος. Διάρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου 1939 έως τις 2 Σεπτεμβρίου 1945 και άφησε πίσω του πάνω από 60 εκατομμύρια νεκρούς.
When Germany attacked Poland on September 1, 1939, Britain and France felt they had to declare war on Germany two days later, thus starting World War II.
Από την πλειονότητα των ιστορικών θεωρείται ως συνέχεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, γιατί στην ουσία τα αίτια και οι δυνάμεις που τον προκάλεσαν ήταν οι ίδιες. Μερικές από τις βασικές αιτίες του πολέμου ήταν οι επαχθείς όροι που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία από τη συνθήκη των Βερσαλιών και η τάση των χωρών του φασιστικού Άξονα (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) να κυριαρχήσουν στον κόσμο.
A group of Marines take a break during the Battle of Okinawa to give a baby goat, some water. April 1945
Στη Γερμανία κυβερνούσε από το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ, που επιδίωκε να ανορθώσει το γόητρο της καταρακωμένης χώρας του και να πάρει εκδίκηση από τους Αγγλογάλλους για την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ιταλία εξουσίαζαν οι φασίστες του Μουσολίνι από το 1922, ενώ η στρατοκρατική Ιαπωνία είχε ξεκινήσει και επιδίωκε τη συνέχιση της επεκτατικής της πολιτικής, που ονόμαζε «Μεγάλη Σφαίρα Ευημερίας της Ανατολής».
Лондонский мальчик на развалинах своего дома, разрушенного ракетой Фау-2 [3]
Η αφορμή για την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δόθηκε με την απαίτηση της Γερμανίας να αποκατασταθεί η γερμανική κυριαρχία στην ελεύθερη πόλη του Ντάντσιχ (σημερινό Γκντανσκ Πολωνίας) και να της δοθούν μεγαλύτερες δυνατότητες επικοινωνίας με την Ανατολική Πρωσία. Ήταν απλώς το πρόσχημα για τον Χίτλερ, ο οποίος από την αρχή του 1939 είχε αποφασίσει να επιτεθεί και να καταλάβει την Πολωνία. Πρώτα εξασφάλισε τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ένωσης με την υπογραφή στη Μόσχα του Συμφώνου Μη Επιθέσεως, γνωστού ως «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ» (23 - 24 Αυγούστου 1939), ένα μυστικό πρωτόκολλο, το οποίο προέβλεπε τον διαμελισμό της Πολωνίας και στη συνέχεια αφού έκρινε ότι οι Γαλλοβρετανοί δεν θα βοηθήσουν τους Πολωνούς, ως όφειλαν βάσει συνθηκών, έδωσε τη διαταγή επίθεσης κατά της Πολωνίας στις 26 Αυγούστου.
This Air Raid Warden assists a London family that survived a Lufwaffe raid during WWII
Η γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας με την εφαρμογή του δόγματος του «αστραπιαίου πολέμου» (blitzkrieg) εκδηλώθηκε την αυγή της 1ης Σεπτεμβρίου 1939 και σε λιγότερο από ένα μήνα οι στρατιές της Βέρμαχτ είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, σε εφαρμογή του γερμανοσοβιετικού συμφώνου. Το υπόλοιπο τμήμα της Πολωνίας κατέλαβαν οι Σοβιετικοί, που εισέβαλαν στις 18 Σεπτεμβρίου από τα ανατολικά. Ο αιφνιδιασμός για τους Γαλλοβρετανούς ήταν πλήρης, που κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Γερμανίας στις 3 Σεπτεμβρίου.

Στη συνέχεια, οι Γερμανοί στράφηκαν προς δυσμάς και μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 1940 είχαν καταλάβει τη Δανία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και τελευταία τη Γαλλία, της οποίας η περίφημη οχυρωματική «γραμμή Μαζινό» κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Τα βρετανικά νησιά ήταν ο επόμενος στόχος του Χίτλερ («Μάχη της Αγγλίας»). Οι ανηλεείς βομβαρδισμοί της «Λουφτβάφε», που θα προετοίμαζαν την απόβαση δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα κι έτσι ο Χίτλερ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του για κατάληψη των βρετανικών νησιών ήδη από τα τέλη του 1940.
Στη συνέχεια, οι Γερμανοί στράφηκαν προς δυσμάς και μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 1940 είχαν καταλάβει τη Δανία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και τελευταία τη Γαλλία, της οποίας η περίφημη οχυρωματική «γραμμή Μαζινό» κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Τα βρετανικά νησιά ήταν ο επόμενος στόχος του Χίτλερ («Μάχη της Αγγλίας»). Οι ανηλεείς βομβαρδισμοί της «Λουφτβάφε», που θα προετοίμαζαν την απόβαση δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα κι έτσι ο Χίτλερ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του για κατάληψη των βρετανικών νησιών ήδη από τα τέλη του 1940.
Η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1940, με επιθέσεις σε βρετανικές βάσεις στη Βόρειο Αφρική. Στις 28 Οκτωβρίου οι Ιταλοί επιτίθενται κατά της Ελλάδας, μετά το «ΟΧΙ» του δικτάτορα Μεταξά. Ο ελληνικός στρατός δίνει σκληρές μάχες στην Πϊνδο και γρήγορα ανατρέπει την κατάσταση, περνώντας στην επίθεση. Περιορίζει τους Ιταλούς εισβολείς μέσα στο Αλβανικό έδαφος και απελευθερώνει πόλεις και χωριά της Βορείου Ηπείρου. Η εαρινή επίθεση των Ιταλών (9 Μαρτίου1941) αποτυγχάνει και προ του κινδύνου να κατανικηθεί και εξευτελιστεί ένα μέλος του Άξονα, η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας (6 Απριλίου 1941). Στις 27 Απριλίου οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα και στις 30 Μαΐουκαταλαμβάνουν την Κρήτη, ολοκληρώνοντας την κατάληψη της Ελλάδας. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943 η Ελλάδα βρισκόταν υπό τριπλή κατοχή (Γερμανική, Ιταλική και Βουλγαρική) και μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και μέχρι τον Οκτώβριο του 1944 υπό Γερμανο-Βουλγαρική κατοχή.
Liverpool Lime Street Station: The children of Liverpool prepare to become evacuees during WWII.
Στις 22 Ιουνίου 1941 οι Γερμανοί στρέφονται ανατολικά και εξαπολύουν επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης («Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα»), η οποία εντάσσεται πλέον στο Συμμαχικό στρατόπεδο. Στις 8 Δεκεμβρίου 1941 ο ιαπωνικός στόλος χτυπά ξαφνικά και καταστρέφει το στόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, που ναυλοχούσε το Περλ Χάρμπορ της Χαβάης. Το γεγονός αυτό συνταράσσει τους Αμερικανούς. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ πείθει το Κογκρέσο να κηρύξει τον πόλεμο στον Άξονα και να σταθεί στο πλευρό των Συμμάχων (11 Δεκεμβρίου 1941). Η απόφαση των Αμερικανών να εισέλθουν στον πόλεμο αποτελεί σημείο καμπής, που αλλάζει τις ισορροπίες υπέρ των Συμμαχικών Δυνάμεων και εις βάρος του Άξονα.
MAY 1941_ Blitz damage along the Overhead Railway at the junction of James and Strand streets.
Τον Νοέμβριο του 1942 οι βρετανικές δυνάμεις με αρχηγό τον στρατηγό Μοντγκόμερι, αποκτούν την πρωτοβουλία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής, μετά τη δεύτερη Μάχη του Ελ Αλαμέιν. Στο Ανατολικό Μέτωπο, οι Γερμανοί προχωρούν και φθάνουν στα πρόθυρα της Μόσχας, κυριεύουν την Κριμαία, φθάνουν στον Καύκασο και πολιορκούν το Στάλινγκραντ. Στις 2 Φεβρουαρίου 1943, ο Κόκκινος Στρατός ανατρέπει τη γερμανική επίθεση στο Στάλινγκραντ και από τον Ιούλιο του 1943 αρχίζει αντεπίθεση.
Bomb damage to Liverpool after German firebombing night raids.
Στις 7 Ιουλίου του 1943 τα συμμαχικά στρατεύματα πραγματοποιούν απόβαση στη Σικελία. Αυτό έχει ως συνέπεια την πτώση του Μουσολίνι (25 Ιουλίου) και την ανάληψη της εξουσίας από τον στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, που υπογράφει ανακωχή με τους Συμμάχους (3 Σεπτεμβρίου 1943). Στο διάστημα αυτό, οι Ρώσοι απωθούν τους Γερμανούς από τα εδάφη τους. Σταδιακά, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία) απελευθερώνονται από την προέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα ο γερμανικός στρατός να αποχωρήσει από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944.
Landsers heading to the front
Άλλο σπουδαίο γεγονός του 1944 ήταν η συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία (6 Ιουνίου), που οδήγησε στην απελευθέρωση των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Στις 26 Απριλίου 1945 οι αγγλικές, αμερικανικές και γαλλικές δυνάμεις ενώνονται στον ποταμό Έλβα με τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού. Στις 2 Μαΐου ολοκληρώνεται η κατάληψη του Βερολίνου, ενώ ο Χίτλερ αυτοκτονεί (30 Απριλίου) και ο Μουσολίνι εκτελείται στην Ιταλία από τους παρτιζάνους (28 Απριλίου). Στις 7 Μαΐου 1945 οι Γερμανοί παραδίδονται άνευ όρων στους Συμμάχους και ο πόλεμος στην Ευρώπη λήγει.
M4 Sherman tank landing at Sicily During Operation Husky, July '43
Στο μέτωπο του Ειρηνικού, οι Ιάπωνες κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, τις Φιλιππίνες, τη Μαλαισία, τη Σιγκαπούρη, τη Βιρμανία και μέρος της Κίνας. Οι Ιάπωνες συνέχισαν τον πόλεμο και μετά την παράδοση της Γερμανίας. Στις 6 Αυγούστου 1945 οι Αμερικανοί ρίχνουν την πρώτη ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και στις 9 Αυγούστου μια δεύτερη στο Ναγκασάκι. Ταυτόχρονα, οι Σοβιετικές δυνάμεις επιτίθενται και κυριεύουν τη Μαντζουρία. Τότε, η Ιαπωνία αναγκάζεται να συνθηκολογήσει. Ο επίλογος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου γράφτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, με την επίσημη τελετή παράδοσης της Ιαπωνίας επί του αμερικανικού πολεμικού «Μιζούρι», που ναυλοχούσε στον κόλπο του Τόκιο.
Knocked out Mk VI Tiger tank at Belpasso, Sicily, 1943 | Online Collection | National Army Museum, London
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο φοβερότερος απ’ όσους γνώρισε η ανθρωπότητα. Οι μάχες του ήταν μεγάλης κλίμακας και φονικότατες και η καταστροφή των υλικών αγαθών από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς τεράστιες. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από την πείνα και πολλές άλλες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους στα φοβερά στρατόπεδα συγκέντρωσης των χιτλερικών («Εβραϊκό Ολοκαύτωμα», «Ποράιμος»). Το σύνολο των νεκρών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπολογίζεται σε 60 εκατομμύρια, ενώ οι ζημιές ξεπερνούν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια εκείνης της εποχής.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Η Απίστευτη Ζωή των Τζιτζικιών

Τζίτζικας
Στο πανέμορφο και πολύ συγκινητικό βίντεο, που μπορείς να δεις στο τέλος του άρθρου, μαθαίνεις τον κύκλο ζωής του ταπεινού και γνώριμου τζιτζικιού, που όπου να 'ναι θα αρχίσει να τραγουδάει έξω απ' τα παράθυρά μας. Πιθανότατα δεν ήξερες ότι το τζιτζίκι, με μια πρώιμη μορφή, ζει σαν ταπεινό σκουλήκι κάτω από το έδαφος από 4 έως 17 χρόνια ανάλογα με το είδος. Ή πως, από τη στιγμή που βγαίνει στην επιφάνεια, και σκαρφαλώνει στα δέντρα, και βγάζει φτερά κι αρχίζει να τραγουδά, έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, πεθαίνει.
Image result for τζιτζικια
Τζιτζίκι είναι το λαϊκό όνομα διάφορων ειδών εντόμων από την οικογένεια Cicadidae. Στην Ευρώπη η οικογένεια αποτελείται από δυο υποοικογένειες με μόνο τρία γένη. Στην Ελλάδα συναντούμε τα είδη Cicada orni, Cicadatra alhageos, Cicadatra atra, Cicadatra hyalina, Cicadatra hyalinata και Lyristes plebeius.
Image result for τζιτζικια
Το τζιτζίκι ή τζίτζικας ή τέττιξ στα αρχαία ελληνικά είναι ένα έντομο που ζει συνήθως στα δένδρα και παράγει ένα χαρακτηριστικό ήχο που προδίδει την παρουσία του. Ο τζίτζικας είναι έντομο της οικογένειας των τετιγιδών και υπάρχουν πολλά είδη του. Στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα γνωστό από την ιστορία του Αισώπου, «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» (Τέττιξ και μύρμηκες).
Image result for τζιτζικια
Αν και έχουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για έντομα (2-5 εκατοστά) είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς, γιατί το χρώμα τους είναι παρόμοιο με το χρώμα των κορμών των δένδρων. Το σώμα του είναι πεπλατυσμένο, το κεφάλι του κοντό και πλατύ, έχει πέντε μάτια, δύο μεγάλα, κανονικά και τρία μικρότερα, βοηθητικά. Τα φτερά του είναι φτιαγμένα από λεπτή διαφανή μεμβράνη και τα πόδια του λεπτά και μακριά. Το χρώμα του σε γενικές γραμμές είναι μαύρο. Όμως διακρίνουμε σ' αυτόν και διάφορες αποχρώσεις κίτρινου και καφέ.
Image result for τζιτζικια
Τρέφεται με τη λύμφη των βλαστών, τους οποίους τρυπά με μια ειδική προβοσκίδα, που μοιάζει με έμβολο. Η θηλυκή γεννά τα αυγά της μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς. Αυτό γίνεται κατά τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Από τα αβγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες.
Image result for τζιτζικια
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τζιτζίκι, για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά του τζιτζικιού μέσω της οποίας δημιουργείται αυτό το ιδιόμορφο τερέτισμα, που ακούγεται τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή, παράγεται ο ήχος.
Image result for τζιτζικια
Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος. Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι.

Το Φεστιβάλ Βιβλίου ξεκινά στο Ζάππειο με αφιέρωμα στη μελοποιημένη ποίηση.

Η μεγάλη γιορτή του βιβλίου θα διαρκέσει από τις 31 Αυγούστου έως και τις 16 Σεπτεμβρίου.
Η μεγάλη γιορτή του βιβλίου θα διαρκέσει από τις 31 Αυγούστου έως και τις 16 Σεπτεμβρίου. Η μεγάλη ετήσια εκδήλωση για το βιβλίο έρχεται σύντομα στο Ζάππειο Μέγαρο.
47η διοργάνωση του Φεστιβάλ Βιβλίου έρχεται και φέτος στο Ζάππειο με κεντρικό αφιέρωμα τη «Μελοποιημένη Ποίηση». Η μεγάλη γιορτή του βιβλίου θα διαρκέσει από τις 31 Αυγούστου έως και τις 16 Σεπτεμβρίου ενώ τα επίσημα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν τη Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου στις 20:00. 
 Στο πλαίσιο της φετινής θεματικής το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει θεματικές αφιερωμένες σε σημαντικούς δημιουργούς –ποιητές και συνθέτες–, με τη συμμετοχή κορυφαίων τραγουδιστών, μουσικών, ηθοποιών και με τις παρεμβάσεις σημαντικών ανθρώπων από τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών, και να ξεναγηθεί στα μονοπάτια της περιπετειώδους διαδρομής του ποιήματος, από τη δημιουργία του στις σελίδες του βιβλίου, στο πεντάγραμμο. 
 Το 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου διοργανώνει ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.), ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) και το Ζάππειο Μέγαρο, σε συνεργασία με την ΕΡΤ, το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν και το Αθηναϊκό Καλλιτεχνικό Δίκτυο. Είναι υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, του Δήμου Αθηναίων και του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού. Πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου». 

 Info Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Πέμπτη: 18:00-22:30, Παρασκευή & Σάββατο: 18:00-23:00, Κυριακή: 10:30-15:00 & 18:00-22:30 Τηλ: 210 3303942, 210 3302523 www.sekb.gr

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου: Η κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού από ψηλά (βίντεο)

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου: Η κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού από ψηλά (βίντεο)

Το Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της χώρας μας και αποτελεί την κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού. Το θέατρο χτίστηκε σε δυο φάσεις: η πρώτη φάση χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ. και η δεύτερη στα μέσα του 2ου αιώνα π. Χ.

Όπως σώζεται σήμερα, το θέατρο παρουσιάζει την τριμερή χαρακτηριστική διάρθρωση των ελληνιστικών θεάτρων: κοίλο, ορχήστρα και σκηνικό οικοδόμημα. Με μέγιστη χωρητικότητα 13.000 έως 14.000 θεατών, φιλοξενούσε μουσικούς αγώνες και παραστάσεις αρχαίου δράματος. Η αισθητική αρμονία που οφείλεται στην κανονικότητα και στη μαθηματική συνάφεια των επιμέρους μεγεθών του, συνδυάστηκε με την έξοχη ακουστική του που επιτρέπει στους ακροατές των ανώτατων κερκίδων να ακούνε και τον παραμικρό ήχο από την ορχήστρα.
Το μνημείο αποτελεί πόλο έλξης μεγάλου αριθμού Eλλήνων και ξένων επισκεπτών και χρησιμοποιείται για την παρουσίαση παραστάσεων αρχαίου δράματος. Η πρώτη παράσταση στο θέατρο της Επιδαύρου ήταν η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που ανέβηκε το 1938. Στο παρακάτω βίντεο, πετάμε πάνω από το θέατρο με drone, θαυμάζοντας το μέγεθος και την εντυπωσιακή κατασκευή του.


Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Por una cabeza | Το ωραιότερο τανγκό γράφτηκε από τον Carlos Gardel

Related image
Μια συναρπαστική μελωδία, που στο άκουσμά της ταξιδεύεις σε άλλα μέρη και σε άλλες εποχές. O δημιουργός του, Carlos Gardel, έφυγε από τη ζωή στις 24 Ιουνίου του 1935.
“Por una cabeza”.H αριστουργηματική μελωδία του Carlos Gardel, “Por una cabeza” ("Για μίαν κεφαλή", και πιο συγκεκριμένα "για ένα κεφάλι αλόγου") θεωρώ ότι είναι από τους πιο ερωτικούς κι αισθησιακούς ρυθμούς για τανγκό… 
Image result for carlos gardel
Οι περισσότεροι, ίσως, φέρνουν στο μυαλό τους την υπέροχη ταινία "Άρωμα γυναίκας" με τον άνθρωπο-σταθμό στη χρυσή εποχή του Χόλλυγουντ, να το χορεύει. Εκείνον που ερμήνευσε μερικούς από τους πιο αξιομνημόνευτους ρόλους στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου. Τον άντρα που ήξερε πώς να εντοπίζει τις γυναίκες μόνο από το "άρωμά" τους. Τον συγκλονιστικό Αλ Πατσίνο.


Ίσως η διασημότερη σκηνή της ταινίας. Ο Αλ Πατσίνο υποδύεται έναν τυφλό και οξύθυμο συνταξιούχο στρατιωτικό – τον Σλέιντ- που προσλαμβάνει έναν νεαρό μαθητή ως βοηθό του. Ο τίτλος της, "Άρωμα Γυναίκας", αναφέρεται στην ικανότητα του Σλέιντ να εντοπίζει τις όμορφες γυναίκες μόνο από το άρωμά τους. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, γνωρίζει και την πανέμορφη Ντόνα (Γκαμπριέλ Ανουάρ). Εκείνη περιμένει το φίλο της σε ένα ακριβό εστιατόριο. Ο γοητευτικός Σλέιντ (Αλ Πατσίνο) της ζητά να χορέψουν… Η Ντόνα διστάζει, αλλά ο Σλέιντ την καθησυχάζει λέγοντάς της ότι θα την καθοδηγήσει εκείνος… Αποτέλεσμα; ‘Ένα μεθυστικό ταγκό που συνεπαίρνει όλες τις αισθήσεις… Ένας από τους ομορφότερους χορούς στην ιστορία του κινηματογράφου…
Image result for carlos gardel
Μπορεί οι περισσότεροι να θυμόμαστε αυτή τη μοναδική μελωδία από το "Άρωμα Γυναίκας", ωστόσο ακούστηκε σε διαφορετικές εκτελέσεις και σε άλλες ταινίες- πολύ γνωστές μάλιστα.
Related image
Κάποιες από αυτές είναι...."Λίστα του Σίντλαιρ», "Φρίντα", "Αληθινά Ψέματα", "Delicatessen", "Ο Αη Βασίλης είναι Λέρα", "Όλοι οι Άνθρωποι του Βασιλιά".
Related image
Στην ταινία "Φρίντα", ακούγεται από ένα ραδιόφωνο η πιο παλιά εκτέλεσή του.

Η αισθαντική του μελωδία δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα υπέροχο ερωτικό τραγούδι. Οι στίχοι του, όμως, μιλούν για ένα άλογο που χάνει στον ιππόδρομο σε στημένη κούρσα...
Image result for carlos gardel
Δημιουργοί του ήταν στους στίχους ο Alfredo Le Pera και στη μουσική ο σπουδαίος ερμηνευτής Carlos Gardel. Οι στίχοι μιλούν για έναν gambler ο οποίος συγκρίνει το πάθος του για τον ιππόδρομο με το πάθος του για τις γυναίκες. Και... παρά τα όσα λέγονται πως όποιος χάνει στα χαρτιά ή στον τζόγο, κερδίζει στην αγάπη...τελικά χάνει και στα δύο. Το τραγούδι ακούστηκε για πρώτη φορά στην ταινία "Tango Βar", η οποία γυρίστηκε τον Φεβρουάριο 1935 στα στούντιο της Paramount στο Long Island. Είναι συγκλονιστικό ότι 4 μήνες αργότερα, ο Carlos Gardel χάνει τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα στο Medellin. Η ταινία κάνει πρεμιέρα τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, 2 μήνες μετά τη συντριβή του αεροσκάφους...

Όσα χρόνια και αν περάσουν, το "Por una cabeza" θα παραμένει το πιο αγαπημένο τανγκό που "γεννήθηκε" ποτέ...
Image result for carlos gardel

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Αυτό πρέπει να ψάχνεις. Ανθρώπους που σε βλέπουν και γυαλίζουν από χαρά τα μάτια τους.

Photo
Αυτό πρέπει να ψάχνεις. Να σε κοιτάνε και να χαμογελάνε.
Silhouette of little girl  & Tinkerbell fairy
Αυτό να ψάχνεις πάντα. Ανθρώπους που σε βλέπουν και γυαλίζουν από χαρά τα μάτια τους. Να τους λες «έρχομαι» και να σου λένε «γρήγορα σε περιμένω».
Yaşamı güzel kılan, insanların birbirlerinin yüreklerini ısıtmak için bulabilecekleri iyilik dolu sözcüklerdir. Kimilerini ölene dek unutamazsınız, geriye dönüp baktığınızda anımsayacağınız tek şey size neler hissettirdikleri olacaktır.  ~Maksim Gorki~ —
Να μη διατυμπανίζουν τη «σημαντική» ζωή τους και πόσο λίγο χρόνο έχουν.
Να μη σε στριμώχνουν, αλλά να τα κάνουν όλα πέρα για να μπεις εσύ.
Τα δώρα τους να είναι άυλα, από υλικά μπουχτίσαμε.
Να ψάχνεις αυτόν που αντέχει τα ψεγάδια και τα χίλια ελαττώματα σου και τα λατρεύει.
Αυτόν που δε θα έρχεται όταν τον χρειαστείς, θα είναι από πριν εκεί.
Life is... - FACEBOOK    INSTAGRAM   © Copyright 2015 Lilia Alvarado Photography. All rights reserved. All photographs are the property of Lilia Alvarado Photography. All materials are protected under the United States and international copyright laws and treaties which provide substantial penalties for infringement. The use of any images or other materials included herein, in whole or part, for any purpose, including, but not limited to, reproduction, storage, manipulation, digital or other...
Να ψάχνεις ανθρώπους που η παρουσία σου γεμίζει τη ζωή τους, δε σε αδειάζουν μόλις γεμίσουν.
.
Σου χαϊδεύουν τη ψυχή με την τόση αγάπη τους, φεύγουν για λίγο και η σκιά τους μένει εκεί να σε φυλά.
Child Photo Competition
Όταν τους βρεις κράτα τους, μην είσαι χαζός να τους αφήσεις.

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού



Ο τίτλος θυμίζει το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ. Το περιεχόμενο όμως είναι γεμάτο εικόνες, τοπία, χρώματα, ήχους και μνήμες παιδικών χρόνων.

Σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ένα μεγάλο ποίημα για παιδιά. Αν όμως το διαβάσει σε συνδυασμό με τη ζωή του Γιάννη Ρίτσου τότε θα διακρίνει την προσπάθεια του ποιητή να κρατηθεί ζωντανός, ακμαίος και αισιόδοξος σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του.

Είναι ποίημα «ευφάνταστο και παιδικότροπο». [1] Ενταγμένο στη συλλογή «Δοκιμασία» ( 1935 -1943) που δεν έχει θεματική ενότητα, αλλά ποιήματα σε άλλο ύφος σε σχέση με όσα ο Γιάννης Ρίτσος είχε γράψει πριν. Ο ποιητής ενέταξε τη συλλογή αυτή στον Α’ τόμο των Ποιημάτων του που κυκλοφόρησε το 1961.

Το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού είναι αφιερωμένο στο Βασίλη Ρώτα. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση έγινε από τον Κέδρο το 1980, εικονογραφημένη από τη Τζένη Δρόσου.
Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού το 1938. Βρισκόταν τότε άρρωστος στο σανατόριο της Πάρνηθας. Είχε χάσει τον αδελφό του και τη μητέρα του από φυματίωση, βίωσε την τρέλα του πατέρα του και της αγαπημένης του αδελφής Λούλας. Ο ίδιος έκανε αιμοπτύσεις από το 1926 για να διαγνωσθεί φυματικός το 1927 και να εισαχθεί στο Νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκεί, η αρρώστια του έγινε η αφορμή για να έρθει σε επαφή με μαρξιστές διανοούμενους και να συνειδητοποιηθεί ιδεολογικά. Ζει δύσκολα χρόνια. Ο αγώνας του για επιβίωση τον κάνει να δουλεύει εντατικά και σκληρά σε διάφορες δουλειές και αυτό βοηθάει στον υποτροπιασμό της ασθένειας του. Η φυματίωση τον φέρνει στο κεφαλόσκαλο του θανάτου και αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστη τη ζωή του. Από τον Οκτώβριο του 1937 ως τον Απρίλιο του 1938 ζει στο Σανατόριο της Πάρνηθας.
Ο ποιητής βρίσκει τον τρόπο να μετατρέψει τα τραυματικά του βιώματα σε νέες μορφές ζωής, να δει μέσα από τα αρνητικά τα θετικά, να υμνήσει την ομορφιά της φύσης και της νιότης.
« …επάνω στη ζωή μου συνέπεσαν τέτοια γεγονότα – βέβαια που ευδοκίμησαν μέσα μου και μου έδωσαν τρομακτικές εμπειρίες – που τις ζηλεύει κάθε άνθρωπος, γιατί όπως είπαμε η ποίηση δεν είναι μόνο ταλέντο, δεν είναι μονάχα άσκηση. Δεν είναι μονάχα συνειδητοποίηση και γνώση , απέραντη γνώση όλης της παγκόσμιας ποίησης από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, αλλά ταυτόχρονα και τα βιώματα. Τα προσωπικά βιώματα τα οποία είναι εκείνα που ξυπνούν και τις δυνάμεις μας και που αναπτύσσουν την ευαισθησία μας.


Αυτή, ύστερα, ολόκληρη η ευαισθησία, πολιτογραφείται στη νόηση κι αυτή είναι το μεγάλο αποθησαύρισμα ολόκληρης της ζωής ενός καλλιτέχνη. Λοιπόν εμένα με ευνόησε η τύχη να έχω τρομακτικά βιώματα, να γνωρίσω αρρώστιες, να γνωρίσω θανάτους, να γνωρίσω την τρέλα από κοντά, τόσο του πατέρα μου όσο και της αδελφής μου, να είναι ταυτόχρονα κι ο ένας κι ο άλλος. Αυτά τα πράγματα όμως δε λέγονται γιατί είναι ιδιωτικές υποθέσεις. Τα αποτελέσματα αυτών των βιωμάτων και οι διεργασίες τους μέσα μου , αυτά έχουν αποτυπωθεί μέσα σ’ ολόκληρο το έργο μου, όχι πια σαν προσωπικές πείρες αλλά καλλιτεχνικά αντικειμενοποιημένα. Γιατί, όπως είπαμε, για την τέχνη στο βαθμό που το υποκείμενο αντικειμενοποιείται και το αντικείμενο προσωποποιείται, σ’ αυτό ακριβώς το βαθμό αρχίζει μια ουσιαστική σχέση με τον κόσμο και με την τέχνη(…)
Σκοπός της τέχνης είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε είναι να μεταλλάζει, να μετασχηματίζει τα αρνητικά στοιχεία της ζωής σε θετικά.»[2]
Τι είναι το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού; Ανάμνηση ,διαφυγή από την μίζερη πραγματικότητα ή επιστροφή στην παιδική του ηλικία και στην ξένοιαστη ζωή του μέσα στη φύση ;
Έχει υποστηριχθεί ότι ο Γιάννης Ρίτσος «Πάντα γειωμένος στην πραγματική πραγματικότητα, καταφεύγει στο φανταστικό όχι ως φυγή από το παρόν, περισσότερο ως ανακάλυψη της ίδιας και γνωστής ηπείρου του πρώτου πληθυντικού, είτε είναι ιστορικό γεγονός ιδεολογικά φορτισμένο είτε χειρονομία προς τα πράγματα χειραφετημένα από τη χρήση τους» [3]
Το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού γράφεται σε μια περίοδο (1937 -1943) που χαρακτηρίζεται από «λυρική έξαρση» ή «λυρική έκρηξη».
«Ένας μοντέρνος λυρισμός, σε ελεύθερο στίχο, όπου η μουσική ροή και τα ενσωματωμένα στοιχεία του υπερρεαλισμού πειθαρχούν στον ειρμό του αισθήματος και του στοχασμού. Ο υπαίθριος χώρος εισβάλλει με τολμηρές φωτεινές και ονειρικές εικόνες. Οργιώδης φαντασία που ξέρει να γειώνεται ακουμπώντας πάντα στα απλά πράγματα». [4]


«Σαν την καρδιά μικρού χελιδονιού που τρέμει στην παλάμη της αυγής γίνηκε η μνήμη σου μόλις βγήκε το πρώτο πράσινο φύλλο.
Θυμάμαι που καθόσουν και κοιτούσες μέσα στα στρογγυλά μεγάλα μάτια των ήμερων βοδιών, τις μικρογραφίες των αγροτικών εικόνων: τη σμαραγδένια λεκάνη του κάμπου, τη μικρή εκκλ
ησίτσα με τα κυπαρίσσια, την άσπρη καμπύλη των περιστεριών πά
νου απ’ το δάσος, τις θερίστρες με τα δεμάτια των σταχυών και με τα κίτρινα μαντήλια.

Δεν ήξερες την αρχιτεκτονική των τριαντάφυλλων, μήτε τον τρόπο που περπατάνε τα πουλιά στον αέρα.

Καλημέριζες τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά, όπως καλημέριζες και τα κορίτσια.

Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι μαργαρίτες να χαιρετίσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς φορτίο σκιάς και θύμησης.
Αργότερα έμαθες να χαιρετάς μονάχα τους ανθρώπους βγάζοντας το καπέλο, κι έλεγες μόνο στα λουλούδια «ευχαριστώ» κάθε φορά που δεν σ’ άκουγε κανένας.
Ύστερα βιάστηκες πολύ να μεγαλώσεις, να φορέσεις μακριά παντελόνια, να μάθεις γράμματα, για να πάψεις να λες «ευχαριστώ», να χτίσεις ένα τριαντάφυλλο όπου κοιμάται μια λυπημένη αχτίνα στην άδεια κάμαρα της ευωδιάς.
Τώρα ζητάς να ξαναπείς με τα ίδια χείλη εκείνο το ίδιο «ευχαριστώ» που τόσα χρόνια ζήταγες να ξεχάσεις.»
Σύνθεση λυρική με έντονα υπερρεαλιστικά στοιχεία και παραμυθένιες εικόνες .
«Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κ’ είτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κ’ έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν
αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.»

Σε πρώτο πλάνο τα παιδιά, ανάμεσα τους και ο ποιητής καθώς κυριαρχεί το α’ πρόσωπο αφήγησης.

«Κοιμηθήκαμε την ώρα που δε νυστάζαμε. Φάγαμε την ώρα
που δεν πεινούσαμε.
Μετρούσαμε τις ώρες μας με το ρολογάκι του χεριού που μας
χαρίσαν στη γιορτή μας, ξεχνώντας το ρολόι του κήπου
πούδειχνε καλοκαίρι.
Τώρα θέλουμε να βάλουμε μαζί το ρολογάκι του χεριού με το σφυγμό μας,
κοιτάζοντας την ώρα που δείχνουν οι ωροδείχτες των σκιών πάνου στη χρυσοπράσινη πλάκα της χλόης.
Έχουμε ακόμη καιρό να κόψουμε παπαρούνες για να μη γεράσουν
τα χέρια μας μέσα στα μοναστήρια των βιβλίων.»


«Εμείς μαζεύουμε παπαρούνες και φτιάχνουμε κόκκινα ματογυάλια.
Φοράμε το χρυσό καπέλο του ήλιου, τ’ ασημένιο κολλάρο του ποταμιού
και την πράσινη γραβάτα της χλόης.
Έτσι περπατάμε στα χωράφια κάνοντας το βήμα των γερόντων
σα να κοροϊδεύουμε τους γέρους.
Οι περβολάρηδες μάς κυνηγάνε, μάς διώχνουν απ’ τα θερμοκήπια,
όπου αρρωσταίνουν απ’ τη θλίψη τα λουλούδια.
Α, πώς θέλουμε να σπάσουμε τούτα τα γυάλινα νοσοκομεία
και τις γυάλινες φυλακές για να βγουν τα λουλούδια περίπατο
στους κυριακάτικους δρόμους.
Δε ζητάμε τίποτ’ άλλο.
Εμείς με τα κόκκινα ματογυάλια μας βάφουμε κόκκινο
το μούτρο της γριάς βροχής και χτυπάμε παλαμάκια
κάθε φορά που ένα μπουμπούκι σκάει απάνου στο ξερό κλαδί.»

Μικρές καθημερινές σκηνές, αταξίες, σκανταλιές και παιχνίδια

«Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν
απ’ τα σπίτια, κυλιόνταν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα
της αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.»

«Θα χώσουμε λοιπόν κ’ εμείς απόνα τζιτζίκι στα ρουθούνια του παππού
για να μυρίσει τη δική μας άνοιξη και ν’ ανθήσει το ραβδί του
σα μια μικρούλα κερασιά πάνου απ’ τη στέρνα»

«Περπατάμε ξυπόλυτοι στο ζεστό χώμα, γδυνόμαστε κάτου
απ’ τα πλατάνια και παλεύουμε, παίζουμε πετροπόλεμο, αμολάμε
χαρταϊτούς και λουζόμαστε στο ποτάμι μαζί με τα κοτσύφια
και τις πέρδικες».

Μια αίσθηση ελευθερίας και αθωότητας είναι απλωμένη παντού.

«Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της.
Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το νησιώτικό χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε τον χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.
Κι εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δε θα χάνουνται μες στο σκοτάδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.»


Η αγαπημένη μορφή της μητέρας

«ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε σπίτι.
Ο ήλιος μάς φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας.
Θα σε πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις
και να μας γνωρίσεις.
Τότε τα μικρά χελιδόνια θα καθήσουν στα δάχτυλά σου, μα πάλι εσύ
δε θα ξέρεις να γελάσεις πολύ.
Πώς να βγάλουμε, μητέρα , την πέτρα που φράζει την πόρτα σου;
Κι όμως στα τζάμια των παραθυριών μας λάμπει ζωγραφισμένο
το πρόσωπο της αυγής και γύρω σαν κορνίζα οι ανθισμένες μηλίτσες
της βουνοπλαγιάς.
Εμείς πηδάμε απ’ τα παράθυρα.
Ο ουρανός ανθίζει μέσα μας χαμόγελα, κι όπου στεκόμαστε
είμαστε παντού.
Μητέρα, πικραμένη μητερούλα, πάμε στον κήπο να σε μάθουμε τώρα
με τη σειρά μας να συλλαβίζεις το αλφάβητο του ήλιου και λίγο – λίγο
να διαβάζεις λουλούδια.
Θα σε βάλουμε καβάλλα στη ράχη μιας αγριόχηνας και θ’ ανεμίζει
στον αέρα το φουστάνι σου σα μια γιορταστική σημαία πάνου
απ’ τους πράσινους αγρούς.»

Πουλιά, έντομα, λουλούδια, ήχοι και πολύ φως .

«Όλος ο κόσμος γέμισε λουλούδια και πουλιά.
Ο κάμπος κουδουνίζει απ’ τις χαρούμενες φωνές τους.
Κουδούνια στους λαιμούς των γαϊδουριών.
Κουδούνια στ’ αφτιά του ήλιου.
Κουδούνια στην άκρη των φύλλων.
Κουδούνια στις πλεξούδες των κοριτσιών.
Όλα χορεύουνε στο φως και κουδουνίζουν.
Κι ο παππούς βγήκε στη λιακάδα να πλέξει με χλωρά κλαδιά μικρά
καλάθια, για να μαζέψει κούμαρα κι αυγά περιστεριών.


Η επιστροφή στα παιδικά χρόνια ταυτίζεται με την επιστροφή στη φύση.

«Μήτε στιγμή δε μένουμε στο σπίτι.
Πάμε στα λιβάδια και στήνουμε το δόκανο.
Πάνου στ’ αλώνια οι θημωνιές γυαλίζουν σα γυμνά βυζιά και τ’ άλογα
αφηνιάζουν κάθε μεσημέρι, πατούν στα στάχυα και χάνουνται
καλπάζοντας μέσα στο δάσος.
Ώσπου έρχεται το βράδι, και τ’ άλογα γυρίζουν ήμερα στις αυλές
κ’ οι τεμπέλες χελώνες μαζεύουν μαργαρίτες μέσα στα σιωπηλά χωράφια.
Η ώρα μυρίζει ιδρώτα και ρετσίνι καθώς ανεβαίνει ο βραδινός καπνός
πάνου απ’ τις στέγες κ’ εμείς καθόμαστε ακόμη στο δρόμο μαζεύοντας αστέρια για να πιστέψει η μάνα μας πως κάτι κάναμε κ’ εμείς και
πως δεν πήγε κατ’ ανέμου ο μόχτος κ’ η μέρα μας.
Όμως οι μεγάλοι δεν ξέρουν πού κοιτάμε εμείς,
δεν ξέρουν το δικό μας θερισμό κι ούτε μπορούν
να φάνε απ’ το δικό μας στάρι.
Ωστόσο εμείς χαϊδεύουμε τα κουρασμένα χέρια της μητέρας μας
ενώ κοιτάζουμε μακριά, τη μεγάλη άρκτο με το χρυσόμαλλο τομάρι.»

Μαγεία και όνειρο σε τοπίο ειδυλλιακό και αρκαδικό.

«Μόλις κοιμόμαστε, ξυπνούσε το μαγεμένο δάσος του μεσημεριού.
Η σκιά μας έρριχνε τ’ ανάλαφρο σεντόνι της, μα μέσα από τις τρύπες
της σκιάς έχωνε ο ήλιος τα χρυσά του δάκτυλα που άχνιζαν απ’ τη ζέστα και
μας χάιδευε τα στήθεια και τα σκέλια.
Το γυάλινο πρόσωπο του νερού γελούσε κάπου απόμακρα
και ράντιζε τις ροδοδάφνες με μικρά διαμάντια.
Γυμνές γυναίκες πέρναγαν κάτου απ’ τα δέντρα, ήρεμες και
παράξενες σα νάχαν πιεί το αμίλητο νερό.
Πίσω τους τρέχανε νιογέννητα ελαφάκια στεφανωμένα
με τριφύλλι.
Άλλες κρατούσαν ψηλά σταμνιά στον ώμο.
Άλλες χορεύανε συρτό χορό κάτου απ’ τις δυό μεγάλες λεύκες.
Τ’ άσπρα κορμιά τους φέγγριζαν στους ίσκιους, πλασμένα
με νερό και φως κι αέρα.
Θέλαμε να ξυπνήσουμε, μα πάνου στην καρδιά μας γονάτιζε το καλοκαίρι.»


Είναι γεγονός ότι η μόνη περίοδος που η ζωή του Ρίτσου ήταν χαρούμενη και ξένοιαστη ήταν των παιδικών του χρόνων. Όλη μέρα στα κτήματα της οικογένειας , μέσα στη φύση και στη θάλασσα, να παρακολουθεί τα πουλιά , τα έντομα και τα λουλούδια. Μετά παραμύθια από τη γιαγιά του.

Το σχολείο δεν του άρεσε και προτιμούσε να παίζει παρά να παρακολουθεί τα μαθήματα και να διαβάζει.

«Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβήνοντας τους αριθμούς» [5]

Οι τιμωρίες εντάσσονταν στην σχολική του καθημερινότητα.

«Σαν να μ’ άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει ότι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση» [6]

«Κάναμε τόπι εμείς τη σφαίρα που’ χε ο δάσκαλος για το
μάθημα της γεωγραφίας και την κυλάμε στον πράσινο κάμπο με τα
μικρά χαμομήλια.
Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια.
Στη θέση των άδειων ματιών βάλαμε δυο τριαντάφυλλα.
Τώρα είναι όλα φωτεινά και ρόδινα.
Εμείς το ξέραμε από πριν πως γρήγορα θα’ ρχόταν το καλοκαίρι
κι ας μην το’ γραφε το ημερολόγιο.»

«Δεν αγαπάμε, αυτή την ώρα, τα βιβλία με τους λιγνούς καλόγερους των στίχων.»

«Έχουμε κρύψει στη σάκκα του σχολείου ένα κουτί χρυσόμυγες
και τις ακούμε να βουΐζουν στο μάθημα της αριθμητικής.»


«Ο λιγνός δάσκαλος που φοράει ματογυάλια από χιόνι και σακκάκι
από τσουκνίδες θα μας μαλώσει πάλι γιατί δεν έμαθε πως το φως
λουλούδισε στις αυλές απ’ τα δικά μας μόνο μάτια.
Εμείς γελάμε πάλι.
Το σκάμε απ’ το μάθημα της ιστορίας και των θρησκευτικών.
Μαζί μας το σκάει κ’ η Ρουθ κ’ η Ιουδήθ, ανασηκώνουν τα φουστάνια τους,
πηδούν το φράχτη και τρέχουν να μας βρούνε.
Πετάμε στη θάλασσα το αναγνωσματάρι, και ζωγραφίζουμε στον άμμο
με το δάχτυλο τον ήλιο που γελάει.
Έτσι του αρέσει κάποτε και του ήλιου να γελάει μην τύχει και γεράσει
κλεισμένος μές στο φως του.»

« Ο Γιάννης Ρίτσος είναι ο ανεμπόδιστος της αθωότητας, ο παλαιός ελληνικός κόσμος της μεσογειακής συνείδησης, ο θίασος της αναίμακτης Επανάστασης, ένας εστέτ ο οποίος δεν ακκίζεται αλλά προσπαθεί να χτίσει οίκους ευγένειας σε καιρούς ανοίκειους.» [7]

«Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει
και στον ουρανό.
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο.
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωτιές σαν ανοιχτά
φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης.
Εκεί κάθουνται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα,
και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα.
Εμείς κουβαλήσαμε δω πέρα το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες στον άνεμο και κρυώναν.»

«Μια κοπέλα καθισμένη στο κατώφλι της μέρας μαθαίνει μαντολίνο.
Μα το φως μπλέκεται στα μικρά δάχτυλά της και στάζουν λουλουδάκια
πασχαλιάς απ’ τις σπασμένες νότες.
Ο κάμπος γελάει και σαλεύουν τα πράσινα γένεια του.
Ο ήλιος μεθυσμένος με την κόκκινη μύτη του τρεκλίζει
ανάμεσα στα δέντρα και κυνηγάει τα νυσταγμένα μοσκαράκια.
Κι εμείς πίσω απ’ τις καλαμιές, φωνάζουμε στον ήλιο:
«Μπάρμπα, μπάρμπα μεθύστακα, πρόσεξε, θα σκοντάψεις
κ’ η μύτη σου θα σπάσει και θα γεμίσεις παπαρούνες τον αγρό».
Πήραν τη φωνή μας τα τζιτζίκια, πήραν τη φωνή μας τα πουλιά
και ξύπνησαν το Θεό απ’ το μεσημεριάτικο ύπνο του.
Κι ο Θεός τρίβει τα μάτια του, μας βλέπει και γελάει.»


Διάσπαρτες μέσα στους αισιόδοξους και χαρούμενους στίχους υπάρχουν στιγμές θλίψης και μελαγχολίας .

«Χριστέ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;
Μη χαμογελάς που’ χω κ’ εγώ δεμένο το κεφάλι.
Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες.
Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα.
Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπό σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν αφήνει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο φεγγάρι.
Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι
που κουρεύουν τα πρόβατα.
Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες.
Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το σέρνουν
οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παράδεισου ενώ οι άγγελοι θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν τα παιδάκια που μείνανε κάπου στον κάμπο».

«Όταν ξυπνούσαμε είμαστε θλιμμένοι.
Εκείνες είχαν φύγει αμίλητες έτσι όπως ήρθαν.»
«Τη νύχτα οι μυγδαλιές με τ’ άσπρα τους φορέματα περάσαν κάτου
απ’ τα παράθυρά μας αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα χλωμά κορίτσια του ορφανοτροφείου όταν γυρίζουν από μια μικρή εκδρομή, την Κυριακή, πιασμένες δυό –
δυό απ’ το χέρι, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να βλέπουν τ’ άστρα που φυτρώνουν ένα – ένα μες στον ίσκιο, μακρινά κ’ ευτυχισμένα.»

«…Στις χειμαρρώδεις ( σε ελεύθερο στίχο πια) λυρικές συνθέσεις αυτής της περιόδου τα μηνύματα εκπέμπονται με συνωμοτική κρυπτικότητα και συμβολική εμβέλεια…» [8]

«Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας.»

«Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας
για ό,τι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.»

«Σε κανέναν μην πεις πού πηγαίνουμε.»

«Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια.»

«Όμως οι μεγάλοι δεν ξέρουν πού κοιτάμε εμείς, δεν ξέρουν το δικό μας θερισμό κι ούτε μπορούν να φάνε απ’ το δικό μας στάρι.»

Μέσα από συμβολισμούς και υποδηλώσεις δίνεται ο αγώνας και οι θυσίες για έναν καλύτερο κόσμο .

Ο ποιητής είναι ήδη μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1934. Οι πολιτικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες καθώς από τον Αύγουστο του 1936 είχε επιβληθεί η μεταξική δικτατορία. Ο Μάης του 1936 είχε αφήσει το αποτύπωμά του στον «Επιτάφιο» και ο Ρίτσος είχε νιώσει τη βαρβαρότητα του καθεστώτος βλέποντας αντίτυπα του έργου του να καίγονται στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.


«Οι μεγάλοι μάς λένε: τεμπέληδες.

Μα εμείς ξέρουμε από δουλειά και καθόμαστε ξύπνιοι ως την αυγή
δουλεύοντας στο μεγάλο γαλάζιο χωράφι για να μη λείψει ο κήπος του ήλιου
πάνου απ’ τους κήπους των ανθρώπων.
Εμείς, κι ας μας λένε τεμπέληδες, ξέρουμε τι είναι μόχτος, ξέρουμε τι είναι
να οργώσεις απ’ την αρχή τον πιο μεγάλο αγρό που κάθε μέρα τον σκεπάζουν οι τσουκνίδες.
Εμείς ξέρουμε πόσο κουράστηκαν τα χρυσά χεράκια των αχτίνων
για να χτίσουν τούτες τις χαρούμενες πολιτείες των λουλουδιών
με τ’ ανοιχτά μπαλκόνια των τριαντάφυλλων, με τα ψηλά καμπαναριά
των κρίνων.
Οι άλλοι βλέπουν μονάχα τις αχτίνες και τα λουλούδια.
Δεν ξέρουν τίποτα για το δικό μας μόχτο και το δάκρυ.
«Άταχτα, σιωπηλά και πεισματάρικα παιδιά, που δεν ακούσαμε
ποτέ κανέναν, ακούσαμε τη σιωπή μες στη νύχτα και
μιλήσαμε αγνώριστα λόγια.
Μάθαμε κείνο πούναι πιο πολύ απ’ όλα και δε μαθαίνεται
πάνου στα θρανία, έξω απ’ τα φωτεινά σχολεία των δέντρων.
Θάταν άδικο να πεις πως δεν κάναμε τίποτα και πως αφήσαμε
το σπίτι να ρημάξει.
Κοίταξε τον κήπο και πες.
Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως
να μας δείξει να χτίσουμε σ’ ένα καλύτερο σχέδιο το καινούργιο σπίτι;
Κοίταξε τ’ ασημένια χέρια μας που δούλεψαν στον άλλο αγρό,
στην άλλη μέρα.
Βλέπεις πώς λάμπουν τ’ ασημένια χέρια μας μέσα στους ίσκιους
– τα χέρια μας που καμιά νύχτα δε μπορεί ποτέ να τα κερδίσει.»

Όλα κινούνται προς το φως και καλούν με όλες τους τις δυνάμεις τον ζωντανό και ζωογόνο ήλιο

«ΕΪ, ΜΗΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Το μεσημέρι σαν ξυπόλυτο παιδί με πρόσωπο ιδρωμένο,
μ’ αχτένιστα χρυσά μαλλιά και με μια φυσαρμόνικα στο στόμα, στέκεται κάτου απ’ τα παράθυρα και σε φωνάζει.
Παράτα την άρρωστη μάνα σου.
Ξεγέλασε τον παράξενο παππού σου που όλη την ώρα ξύνει τη φαλάκρα του και παραπονιέται για τις μύγες.
Πήδα, λοιπόν, απ’ το παράθυρο κ’ έλα να κυνηγήσουμε ορτύκια.
Ο μόρτης ήλιος αγκαλιάζει την άνοιξη κάτου απ’ τα δέντρα
κ’ εμείς αγκαλιάζουμε τα δέντρα.
Τα περιστέρια παίζουνε πλάι στο ποτάμι, πηδάει το ένα πάνου στη ράχη του αλλουνού, κ’ έτσι δυό – δυό περπατάνε στην όχθη παραπέφτοντας σα να ζητάνε να ψηλώσουν για να δουν πιο πέρα τι γίνεται αύριο.
Αύριο είναι τα γενέθλια του ήλιου κι ο ήλιος έχει τα χρόνια μας.
Εδώ που φτάσαμε άκρη – άκρη στ’ όνειρο μας, γιορτάζουμε
μαζί με τον ήλιο την ίδια μέρα – κάθε μέρα.»

«Το χώμα ποτίστηκε με φως. Δεν ξεχωρίζεις φως και χώμα.
Εμείς είμαστε τ’ όνειρο μας.»

Γιάννης Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Δοκιμασία, Ποιήματα, τ. 1, Κέδρος 1961

Βιβλιογραφικές πηγές:

[1], [4] Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, Επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, Επιμέλεια Χρύσα Προκοπάκη, Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Κέδρος 2006, 7η έκδοση. Από την εισαγωγή της Χρύσας Προκοπάκη.

[2] Ο Γιάννης Ρίτσος συζητά με τον Γιώργο Σγουράκη. Γιάννης Ρίτσος Αυτοβιογραφία, Αρχείο Κρήτης Αθήνα 2008

[3], [7] Βασίλης Κ.Καλαμαράς, Από τη λυρική έξαρση στη σκηνογραφία της καθημερινότητας, δημοσιευμένο στο αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία Λέσχη Αθανάτων Γιάννης Ρίτσος

[5], [6] Χρήστος Σιάφκος, Ο Άγγελος της Ποίησης, δημοσιευμένο στο αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία Λέσχη Αθανάτων Γιάννης Ρίτσος



[8] Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου, Οι δύο «αναγκαιότητες», άρθρο δημοσιευμένο στη Βιβλιοθήκη, ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2000, τεύχος 128.Οι πίνακες είναι του Ρώσου ζωγράφου Dima Dmitri
«Οι μεγάλοι μάς λένε: τεμπέληδες.
Μα εμείς ξέρουμε από δουλειά και καθόμαστε ξύπνιοι ως την αυγή
δουλεύοντας στο μεγάλο γαλάζιο χωράφι για να μη λείψει ο κήπος του ήλιου
πάνου απ’ τους κήπους των ανθρώπων.
Εμείς, κι ας μας λένε τεμπέληδες, ξέρουμε τι είναι μόχτος, ξέρουμε τι είναι
να οργώσεις απ’ την αρχή τον πιο μεγάλο αγρό που κάθε μέρα τον σκεπάζουν οι τσουκνίδες.
Εμείς ξέρουμε πόσο κουράστηκαν τα χρυσά χεράκια των αχτίνων
για να χτίσουν τούτες τις χαρούμενες πολιτείες των λουλουδιών
με τ’ ανοιχτά μπαλκόνια των τριαντάφυλλων, με τα ψηλά καμπαναριά
των κρίνων.
Οι άλλοι βλέπουν μονάχα τις αχτίνες και τα λουλούδια.
Δεν ξέρουν τίποτα για το δικό μας μόχτο και το δάκρυ.
«Άταχτα, σιωπηλά και πεισματάρικα παιδιά, που δεν ακούσαμε
ποτέ κανέναν, ακούσαμε τη σιωπή μες στη νύχτα και
μιλήσαμε αγνώριστα λόγια.
Μάθαμε κείνο πούναι πιο πολύ απ’ όλα και δε μαθαίνεται
πάνου στα θρανία, έξω απ’ τα φωτεινά σχολεία των δέντρων.
Θάταν άδικο να πεις πως δεν κάναμε τίποτα και πως αφήσαμε
το σπίτι να ρημάξει.
Κοίταξε τον κήπο και πες.
Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως
να μας δείξει να χτίσουμε σ’ ένα καλύτερο σχέδιο το καινούργιο σπίτι;
Κοίταξε τ’ ασημένια χέρια μας που δούλεψαν στον άλλο αγρό,
στην άλλη μέρα.
Βλέπεις πώς λάμπουν τ’ ασημένια χέρια μας μέσα στους ίσκιους
– τα χέρια μας που καμιά νύχτα δε μπορεί ποτέ να τα κερδίσει.»
Όλα κινούνται προς το φως και καλούν με όλες τους τις δυνάμεις τον ζωντανό και ζωογόνο ήλιο
«ΕΪ, ΜΗΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Το μεσημέρι σαν ξυπόλυτο παιδί με πρόσωπο ιδρωμένο,
μ’ αχτένιστα χρυσά μαλλιά και με μια φυσαρμόνικα στο στόμα, στέκεται κάτου απ’ τα παράθυρα και σε φωνάζει.
Παράτα την άρρωστη μάνα σου.
Ξεγέλασε τον παράξενο παππού σου που όλη την ώρα ξύνει τη φαλάκρα του και παραπονιέται για τις μύγες.
Πήδα, λοιπόν, απ’ το παράθυρο κ’ έλα να κυνηγήσουμε ορτύκια.
Ο μόρτης ήλιος αγκαλιάζει την άνοιξη κάτου απ’ τα δέντρα
κ’ εμείς αγκαλιάζουμε τα δέντρα.
Τα περιστέρια παίζουνε πλάι στο ποτάμι, πηδάει το ένα πάνου στη ράχη του αλλουνού, κ’ έτσι δυό – δυό περπατάνε στην όχθη παραπέφτοντας σα να ζητάνε να ψηλώσουν για να δουν πιο πέρα τι γίνεται αύριο.
Αύριο είναι τα γενέθλια του ήλιου κι ο ήλιος έχει τα χρόνια μας.
Εδώ που φτάσαμε άκρη – άκρη στ’ όνειρο μας, γιορτάζουμε
μαζί με τον ήλιο την ίδια μέρα – κάθε μέρα.»
«Το χώμα ποτίστηκε με φως. Δεν ξεχωρίζεις φως και χώμα.
Εμείς είμαστε τ’ όνειρο μας.»

Γιάννης Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Δοκιμασία, Ποιήματα, τ. 1, Κέδρος 1961
Βιβλιογραφικές πηγές:
[1], [4] Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, Επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, Επιμέλεια Χρύσα Προκοπάκη, Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Κέδρος 2006, 7η έκδοση. Από την εισαγωγή της Χρύσας Προκοπάκη.
[2] Ο Γιάννης Ρίτσος συζητά με τον Γιώργο Σγουράκη. Γιάννης Ρίτσος Αυτοβιογραφία, Αρχείο Κρήτης Αθήνα 2008
[3], [7] Βασίλης Κ.Καλαμαράς, Από τη λυρική έξαρση στη σκηνογραφία της καθημερινότητας, δημοσιευμένο στο αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία Λέσχη Αθανάτων Γιάννης Ρίτσος
[5], [6] Χρήστος Σιάφκος, Ο Άγγελος της Ποίησης, δημοσιευμένο στο αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία Λέσχη Αθανάτων Γιάννης Ρvia

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...