Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971) Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,μόνος, στον Παράδεισο

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,

μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές 
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος 
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας 
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα 
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου. 


ΙΙ. 

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται 
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν 
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά 
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά 
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή" 
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική 

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας 
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο 
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες 
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί 
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες 
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού 
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από 
τούς καταρράχτες 

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ 
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό 
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά 
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά 

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό 
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο 
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος. 


ΙΙΙ. 

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω 
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος 
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια 
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη 
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω 
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε 

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα 
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς 
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ" 
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο 
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο 
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά 
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά 
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες 
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει 
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει 
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ 
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο 
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο 
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα 
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου 
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι 
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο 
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα. 

ΙV. 

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς 
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς 
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς 
Μαχαίρι 
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς 
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς 
Είμ’εγώ,μ’ακούς 
Σ’αγαπώ,μ’ακούς 
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ 
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς 
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς 

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς 

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες 
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς 
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι 
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς 
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς 
Τών ανθρώπων 
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει 

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς 
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς 
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς 
Όπου κάποτε οί φιγούρες 
Τών Αγίων 
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς 
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς 
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω 
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς 
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους 
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς 

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς 
Τής αγάπης 
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε 
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς 
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς 
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας 
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς 

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς 

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς 
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς 
Μές στή μέση τής θάλασσας 
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς 
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς 
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς 
Άκου,άκου 
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς; 
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς 
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς. 

V. 

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>


Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Οδοιπορώντας στη Χρονογραφία για τα 180 ετη της Αρχαιολογικής Εταιρείας


Ιδρύθηκε ελάχιστα χρόνια μετά την δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και παραμένει ως σήμερα πολύτιμος θεματοφύλακας της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και των μνημείων μας. Ο λόγος για την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία που φιλοξενεί ένα ταιριαστό αφιέρωμα με αφορμή τη συμπλήρωση 180 χρόνων προσφοράς ενός σπουδαίου έργου: η έκθεση του Αμερικανού φωτογράφου Robert McCabe, με τίτλο «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ – Εκθεση για τα 180 χρόνια (1837 - 2017) της Αρχαιολογικής Εταιρείας», στην έδρα της επί της οδού Πανεπιστημίου 22 περιλαμβάνει 53 μαυρόασπρες λήψεις κυρίως από τα έτη 1954 - 55 σε περιοχές έντονου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος την εποχή εκείνη, όπως η Ακρόπολη, η Αρχαία Αγορά, το Σούνιο, η Κνωσσός, η Σαντορίνη, οι Μυκήνες, η Επίδαυρος, η Δήλος κ.α.

Ενας διαχρονικά καίριος ρόλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας

Στόχος είναι να αναδειχθεί ο διαχρονικά καίριος ρόλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ως καθοριστικός θεσμός για την διαμόρφωση της εθνικής μας αυτογνωσίας. Oι ώρες λειτουργίας είναι καθημερινές, πλην Σαββάτου και Κυριακής από τις 10 π.μ. μέχρι και τις 6 μ.μ.
Ο Ναός του Παρθενώνα από τα Προπύλαια
Βασίλειος Πετράκος: «Ο καλύτερος τρόπος ήταν να μετάσχουν στον εορτασμό τα ίδια τα μνημεία»

Oπως αναφέρει ο γενικός Γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας, Βασίλειος Πετράκος στο εισαγωγικό του σημείωμα για την έκθεση και την συνοδευτική έκδοση: «Η Αρχαιολογική Εταιρεία για να εορτάσει τη συμπλήρωση των 180 χρόνων της έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος ήταν να μετάσχουν στον εορτασμό τα ίδια τα μνημεία, όπως τα είδε, δεκαετίες πριν, η καλλιτεχνική ματιά ενός νέου, του Robert McCabe. Η τέχνη του μας ξαναφέρνει στην παλιότερη Ελλάδα όταν το φως ήταν πιο δυνατό, πιο καθαρό και τα μνημεία έδειχναν να πρωτοφανερώνονται».
Θέα της Περίσσας από την Αρχαία Θήρα, 1963
Το 1837 όταν ιδρύθηκε η Εταιρεία, η φωτογραφία έκανε τα πρώτα της βήματα...

Ο ίδιος ο φωτογράφος που μοιράζει από την δεκαετία του ’50 τον χρόνο και την ζωή του ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ελλάδα, ξεχωρίζει την Αρχαιολογική Εταιρεία ως τον κρατικό θεσμό με τη μεγαλύτερη βαρύτητα για τους ΄Ελληνες ως προς την διαμόρφωση της εθνικής τους συνείδησης. Σε αυτήν την παράμετρο συναρτά και τον ρόλο της φωτογραφίας. Το 1837 όταν ιδρύθηκε η Εταιρεία, η φωτογραφία έκανε τα πρώτα της βήματα. ΄Εκτοτε η τέχνη αυτή απετέλεσε ένα από τα καλύτερα «εργαλεία» για την αποτύπωση και την τεκμηρίωση στην επιστήμη της αρχαιολογίας.
Ο Charles McCabe στο Ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο, 1961
Η γνωριμία του Robert McCabe με την Ελλάδα

Ο Αμερικανός φωτογράφος Bob McCabe ήταν φοιτητής στο πανεπιστήμιο Princeton, όταν πρωτοεπισκέφθηκε την Ελλάδα το θέρος του 1954. Οι άνθρωποι, τα μνημεία και τα τοπία άσκησαν τέτοιο μαγνητισμό στο βλέμμα του νεαρού, που επισκέφθηκε τα πιο δυσπρόσιτα μέρη, χρησιμοποιώντας κάθε μεταφορικό μέσο. Την επόμενη χρονιά, επέστρεψε για να συνεχίσει την εξερεύνησή του σε μια χώρα αγνή - μαζικός τουρισμός δεν υπήρχε ακόμα - με ανθρώπους φιλόξενους και ολιγαρκείς.
Το Μπούρτζι στη Μεθώνη
Οπτικά και ψυχικά τεκμήρια

Οι ανασκαφές, οι ναοί, τα αρχαία τείχη, τα κάστρα, τα θέατρα αποτυπώθηκαν από τον φακό του σε πρώτο πλάνο, με φόντο πόλεις, νησιά και χωριά που φαντάζουν πολύ διαφορετικά σήμερα. Οι λήψεις εκείνες είναι πλέον τεκμήρια, τόσο οπτικά όσο και ψυχικά. Σε αυτά εγγράφεται η τεράστια εντύπωση που προκαλούσε η Ελλάδα εκείνης της εποχής σε έναν νεαρό Αμερικάνο που αγαπούσε την ιστορία και γνώριζε από κοντά μια χώρα φτωχή αλλά ανέγγιχτη από την «ανάπτυξη».
Ανακάλυψη τάφου. Μυκήνες 1955
Ταξίδι μέσα στο χρόνο

Από αυτή την πλούσια δεξαμενή φωτογραφιών σε λευκό και μαύρο, κυρίως από την διετία 1954-55, ο McCabe επιλέγει 53 εικόνες, σαν ταξίδι μέσα στον χρόνο, θέλοντας να τιμήσει το έργο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία έκλεισε 180 έτη προσφοράς στον τόπο μας. Πρόκειται για μια περιεκτική και κομψή παρουσίαση που μεταφέρει τον θεατή στην Σαντορίνη πριν τον σεισμό του 1956, στην Επίδαυρο πριν την αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου και στην αρχαία αγορά των Αθηνών πριν την πλήρη ανάδυσή της από το έδαφος.
Φύλακας στους Δελφούς

Info:
Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία

Πανεπιστημίου 22, 106 72 Αθήνα • Τηλ.: 210 362 6043 • Fax: 210 364 4996 •
www.archetai.gr



Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Greek Mythos: Ο ερωτευμένος Δίας γίνεται χρυσή βροχή, κάνει παιδί με την Δανάη & εκείνη παντρεύεται στη Σέριφο τον βασιλιά


Η Σέριφος καταλαμβάνει ένα αξιοσημείωτο τμήμα της ελληνικής μυθολογίας, αφού το όνομά της συνδέεται με δύο από τους σημαντικότερους ήρωες της μυθολογίας, τον Οδυσσέα και τον Περσέα ενώ, εκτός των άλλων θεωρείται ότι οι Κύκλωπες κατοικούσαν στα σπήλαιά της.

Σήμερα λοιπόν θεωρείται ότι οι Κύκλωπες κατοικούσαν στη Σπηλιά του Κύκλωπα, ενώ απομεινάρια κυκλώπειων τοίχων που υπάρχουν στο νησί αποδίδονται επίσης σε αυτούς.
Ο σημαντικότερος μύθος που αναφέρεται στη Σέριφο είναι αυτός που τη σχετίζει με τον Περσέα.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ακρίσιος, βασιλιάς του Άργους ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών θέλοντας να μάθει αν θα αποκτήσει απόγονο και το μαντείο του απάντησε ότι θα βρει τον θάνατο από το χέρι του εγγονού του από την κόρη του Δανάη, ο οποίος και θα τον διαδεχτεί στο θρόνο.

Προκειμένου λοιπόν να προστατευτεί, ο Ακρίσιος φυλάκισε την Δανάη σε ένα υπόγειο κελί. 

Ο Ακρίσιος δίνει εντολές στον τεχνίτη πως να κατασκευάσει την κυψέλη για την κόρη του Δανάη και τον γιο της Περσέα, αττικός κρατήρας 490 π.Χ.Δεν υπολόγισε όμως στον ξαφνικό έρωτα του Δία, ο οποίος “τρύπωσε” από την οροφή του κελιού μεταμορφωμένος σε χρυσή βροχή και χάρισε στην Δανάη ένα γιο, τον Περσέα.

Ο Ακρίσιος φοβούμενος την επαλήθευση του χρησμού, και επειδή δεν ήθελε να θανατώσει την κόρη του, αλλά ούτε και τον θεϊκό γιο της, έβαλε τη Δανάη και τον Περσέα σε μία ξύλινη λάρνακα αφήνοντας τους να περιπλανηθούν στο Αιγαίο.

Η λάρνακα κατέληξε στις ακτές της Σερίφου, όπου οι ψαράδες που την βρήκαν την πήγαν στον Δίκτυ, τον ένα από τους δύο βασιλιάδες της Σερίφου, στο παλάτι του οποίου μεγάλωσε και ανατράφηκε ο Περσέας.
Ο Περσέας προσπαθεί να πιάσει το μάτι από τις Γραίες, σκέπασμα πυχίδος 425 π.Χ.Εντωμεταξύ, ο δεύτερος βασιλιάς της Σερίφου, ο πανούργος Πολυδέκτης, ερωτεύθηκε την Δανάη και με σκοπό να ξεφορτωθεί τον Περσέα, τον έστειλε να του φέρει το κεφάλι της γοργόνας Μέδουσας σα γαμήλιο δώρο για τον δήθεν γάμο του με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Οινόμαου.

Η φοβερή Μέδουσα ήταν γνωστή γιατί όποιος αντίκριζε το βλέμμα της, πέτρωνε.

Έτσι, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι του Περσέα. Αρχικά λοιπόν συνοδευόμενος από την Αθηνά και τον Ερμή, οι οποίοι του έδωσαν για βοήθεια δύο πολύτιμα όπλα, μία χάλκινη ασπίδα η Αθηνά και ένα ξίφος ο Ερμής, έφτασε στον πρώτο του προορισμό, την κατοικία των τριών γραιών Ενυώ, Πεφρηδώ και Δεινώ, την χώρα του Φόρκυνος και της Κητούς.

Οι τρεις αδερφές είχαν όψη γριάς, μοιράζονταν ένα δόντι και ένα μάτι και ήταν οι μόνες που ξέρανε που κατοικούσαν οι αδερφές τους, οι Γοργόνες.

Προκειμένου ο Περσέας να αποσπάσει την πληροφορία που ήθελε, παραφύλαξε περιμένοντας τη στιγμή που Ο Περσέας φεύγει με το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας στον μαγικό του σάκκο, ενώ το σώμα της Γοργόνας πέφτει ακέφαλο στο έδαφος και η Αθηνά τον ακολουθεί από πίσω, αττική υδρία 460 π.Χ.θα αντάλλασαν μεταξύ τους το μάτι και το δόντι τους και τους τα άρπαξε απειλώντας τες ότι δε θα τους τα επιστρέψει αν δεν του πούνε που κατοικούνε οι αδερφές τους. Οι τρεις γραίες φυσικά δέχτηκαν να οδηγήσουν τον Περσέα στο νησί Γοργόνη, όπου κατοικούσαν οι Γοργόνες, η Μέδουσα και οι αδερφές της Σθενώ και Ευρυάλη.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Περσέας πριν πάει στη Γοργόνη, πέρασε από το άλσος όπου κατοικούσαν οι Νύμφες, και του προσέφεραν τρία πολύτιμα εργαλεία: την περικεφαλαία του Πλούτωνα, θεού του Κάτω Κόσμου η οποία τον έκανε αόρατο, τα φτερωτά σανδάλια με τα οποία μπορούσε να πετάει και ένα σακίδιο, που άλλαζε μέγεθος ανάλογα με το περιεχόμενό του.

Πετώντας λοιπόν πάνω από τον ωκεανό έφτασε στη Γοργόνη, όπου χρησιμοποιώντας την ασπίδα για να αντανακλάται η Μέδουσα και να μπορεί να τη βλέπει χωρίς να πετρώσει, Ο Περσέας ατενίζει την πριγκίπισα Ανδρομέδα, η οποία είναι δεμένη σε πασσάλους, τροφή για το θαλάσσιο κήτος, αττικός κρατήρας 440 π.Χ. την αποκεφάλισε και έβαλε το κεφάλι της στο σακίδιό του. Λέγεται ότι από τις σταγόνες του αίματος που έπεσαν στο έδαφος γεννήθηκε ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο της μυθολογίας.
Στο δρόμο της επιστροφής, ο Περσέας ήρθε αντιμέτωπος με πολλούς κινδύνους. Περνώντας από την Αιθιοπία βρήκε την κόρη του βασιλιά Κηφέα Ανδρομέδα δεμένη σε ένα βράχο, για να την καταβροχθίσει ένα κτήνος της περιοχής, προκειμένου ο Ποσειδώνας να συγχωρήσει τη γυναίκα του Κηφέα, Κασσιώπη, που είχε προσβάλει τις θυγατέρες του θεού. Ο Περσέας σκότωσε το κτήνος και έσωσε την Ανδρομέδα, την οποία παντρεύτηκε και πήρε μαζί του στη Σέριφο.

Εκεί έδειξε το κεφάλι στον Πολυδέκτη ο οποίος πέτρωσε αντικρίζοντάς το και κατέστησε βασιλιά του νησιού τον Δίκτυ. Στη συνέχεια σύμφωνα με τον μύθο πήρε τη γυναίκα του Ανδρομέδα και τη μητέρα του Δανάη και επέστρεψε στο Άργος, όπου τη μέρα της άφιξής τους λάβαιναν χώρα αγώνες παρουσία του γέρου βασιλιά Ακρίσιου.

Ο Περσέας έλαβε μέρος, Κομμάτι από αγγείο, απεικονίζει την τύφλωση του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. 7ος αιώνας π.Χ., Μουσείο Άργους. δηλώνοντας την ταυτότητά του και εκσφενδόνισε τον δίσκο ο οποίος παρέκλινε της πορείας του και χτύπησε τον Ακρίσιο σκοτώνοντάς τον.

Έτσι επαληθεύτηκε ο Δελφικός χρησμός, και ο Περσέας εγκαταστάθηκε εκεί σαν βασιλιάς πλέον του Άργους. Από τον εγγονό του Αμφιτρύονα και την Αλκμήνη γεννήθηκε ο Ηρακλής, εξίσου σημαντικός ήρωας της ελληνικής μυθολογίας.
Τέλος, από τη Σέριφο θεωρείται ότι πέρασε ο Οδυσσέας κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη, όπου ήρθε αντιμέτωπος με τον Κύκλωπα Πολύφημο, τον οποίο τύφλωσε με το δόρυ του προκειμένου να ξεφύγουν από τη μανία του αυτός και οι σύντροφοί του.
Image result for σεριφος

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης θα έμοιαζε ξένος στο σημερινό τοπίο – γι’ αυτό και έχουμε ανάγκη ανθρώπους με το δικό του ηθικό ανάστημα

61 χρόνια πριν ο Γρηγόρης Λαμπράκης αψήφησε τις απειλές και τις προειδοποιήσεις που του είχαν γίνει από διάφορες πλευρές να μην μιλήσει στη...