Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Όταν σπαρταρά η ψυχή - Παρουσίαση του βιβλίου «Σε λάθος ώρα νυχτώνει» του π. Βασιλείου Χριστοδούλου

"Μπροστά στη θέα μιας ψυχής που σπαρταρά αφοπλίζεσαι. Αν έχεις στο παρελθόν σπαρταρήσει κι ο ίδιος, ήδη γνωρίζεις καλά πως το σπαρτάρισμα μεταδίδεται σαν ίωση, και θέλεις να το βάλεις στα πόδια. Αν δεν είχες παρόμοια εμπειρία, μια μυστική διαίσθηση κληρονομημένη από τα βάθη των αιώνων, σε προειδοποιεί να φορέσεις τη μάσκα της αναισθησίας αν σκοπεύεις από περιέργεια να παρακολουθήσεις την κατάληξη του σπαρταρίσματος και του σπαρταρισθέντος. Αυτή όμως είναι μάλλον μια αδόκιμη εκκίνηση για την παρουσίαση ενός βιβλίου. Πάμε απ’ την αρχή.
Μόλις τέλειωσα την πρώτη σελίδα του ββλίου που φέρει τον τίτλο «Σε λάθος ώρα νυχτώνει», το έκλεισα δηλώνοντας αποφασιστικά στον έσω εαυτό μου, «αυτό το βιβλίο εγώ αποκλείεται να το διαβάσω... δεν ξέρω για ποιον αναγνώστη προορίζεται, πάντως δεν προορίζεται για μένα». Από τις πρώτες κιόλας λέξεις ένιωσα τη λάμα ενός ακονισμένου μαχαιριού να εισχωρεί σε μια πληγή που στους αιώνας των αιώνων δεν πρόκειται να κλείσει ή θα κλείσει μόνον όταν κλείσουν και οι τρύπες που άνοιξαν τα καρφιά στα χέρια και τα πόδια του Κυρίου.
Πέρασε όμως μια μέρα και ξαναπήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Δεν ήταν από ευγένεια προς τον συγγραφέα του που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει. Δεν είμαι τόσο ευγενική, ποτέ δεν ήμουν. Εγκαταλείπω δίχως τύψεις βιβλία και ανθρώπους που δεν με αφορούν. Όχι όμως και αυτά ή αυτούς που με αφορούν απόλυτα κι ας με πληγώνουν -έχει αποδειχθεί ότι κατά κανόνα μου βγαίνει σε καλό. Και το βιβλίο που είχα αρχίσει να διαβάζω με αφορούσε απόλυτα κι ας με πλήγωνε αβάσταχτα. Διάβασα άλλες δυο σελίδες και το άφησα πάλι. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν προσπάθησα τόσο πάνω στην ανάγνωση, όμως το εν λόγω κείμενο όσο βασανιστικά με απωθούσε άλλο τόσο μαγνητικά με έλκυε. Έτσι πορεύθηκε ο αναγνωστικός μου αγώνας σχεδόν μέχρι τη μέση. Γιατί από τη μέση και μετά του παραδόθηκα άνευ όρων και το διάβασα με μια ανάσα. Ποιο ήταν, λοιπόν, αυτό το άλογο που τρέχοντας αφηνιασμένα σε κάθε σελίδα έσερνε πίσω του την καρότσα της οδύνης μου, παρά τη θέλησή μου; Ήταν η ψυχή του συγγραφέα και μόνον αυτή. Μια ψυχή που σπαρταρούσε σε κάθε πρόταση ολόγυμνη, αδύναμη, ετοιμόρροπη και την ίδια στιγμή φοβερά δυνατή και ασυνήθιστα τολμηρή στην εκκωφαντική της ειλικρίνεια.

Ο συγγραφέας ξεκινά με μια αντιπαράθεση. Από τη μια η γνωστή περικοπή με την ανάσταση από τον Χριστό του γου της χήρας στην Ναΐν. Από την άλλη ο θάνατος ενός δεκάχρονου κοριτσιού του οποίου ο συγγραφέας έχει να τελέσει την κηδεία ως ιερέας. Το τραγικό είναι τέκνο των ακραίων αντιθέσεων και εγγόνι των συγκρίσεων που δίχως αυτές αναμφισβήτητα το γένος των ανθρώπων θα ήταν πολύ ευτυχέστερο. Αχ, αυτές οι συγκρίσεις, οι τόσο ανθρώπινες...
«Ανάσταση στην Ναΐν, θάνατος στην Καλλιθέα.
Παρουσία και απουσία.
Νοιάξιμο και αδιαφορία.
Λόγος και σιωπή.
«Εγέρθητι» και «αναπαύσου». (σ.15)

Δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα μπορούσε να αποτυπώσει κάποιος τον κεραυνό που τον διαπερνά και τη στάχτη στην οποία τον μετατρέπει ένα παιδικό φέρετρο. Και όμως αυτό κάνει ο συγγραφέας, και διαβάζοντας τον κεραυνοχτυπιόμαστε μαζί του και μαζί του στάχτη γινόμαστε. Και αρπάζει τη στάχτη ο άνεμος να τη διασκορπίσει, και εκεί που λες πως όλα χάθηκαν, επιστρέφεται άρωμα Χριστοφόρο. Άρωμα που πλημμυρίζει πρώτα την δική του καρδιά και ακολούθως τη δική μας.
Παραιτούμενος από κάθε λογοτενικό επίπλαστο φτιασίδι, ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου δημιουργεί ένα συγκλονιστικό λογοτεχνικό ρέκβιεμ. Οι λέξεις του είναι γυμνές σαν νεογέννητα βρέφη κι ο ίδιος γυμνός σαν πρωτόπλαστος μπροστά στο λιλιπούτειο φέρετρο μετεωρίζεται ανυπεράσπιστος από κάθε επιπόλαιη παρηγοριά και στερεότυπο κηρυγματικό επιχείρημα. Κατεβαίνει στον Άδη. Και αφού ξαναβγεί στο φως, αποτολμά το παράτολμο εγχείρημα να αρθρώσει όλα αυτά που έζησε εκεί κάτω, αλλά και γύρω από την κιβωτό του θανάτου εν μέσω όλων εκείνων που μένουν και δεν περιμένουν πλέον τίποτα. Αρθρώνει όλα αυτά που όσοι έχουμε ανάλογα βιώματα δεν τολμήσαμε ποτέ να εκστομίσουμε, με αποτέλεσμα τα αδήλωτα παράπονά μας, τα καταχωνιασμένα μας ερωτήματα και οι πιο κρύφιες «υβριστικές» μας σκέψεις σαν σκουλήκια να κατατρώνε το ξύλο της ψυχής μας που μένει σαρακοφαγωμένο. Όμως ο συγγραφέας σαν ρωμαλαίος ανθρακωρύχος βγάζει όλα τα κάρβουνα του πόνου στο φως! Και βγάζοντας τα δικά του κάρβουνα, συμπαρασύρει και τα δικά μας. Δεν αφήνει τίποτα κρυφό, τίποτα ανείπωτο, τίποτα υπαινικτικό. Δεν αποσιωπά, αλλά αντιθέτως κραυγάζει απεγνωσμένα. Παλεύει με τον Θεό, μαλώνει με τον Θεό, Του θυμώνει, Τον χάνει, Τον αναζητά, Τον βρίσκει και Τον ξαναχάνει. Κάθε ένα από τα δέκα τελευταία υποκεφάλαια του βιβλίου του φέρει τον σπαρακτικό τίτλο, «Πού είσαι;» Γιατί γυρεύει τον Θεό μια τέτοια ώρα; Τι δουλειά έχει ο Θεός με τον θάνατο; Αποκρίνεται: «Δεν είναι η σιωπή των νεκρών που βαραίνει. Η σιωπή της απουσίας Σου είναι που μας τυραννά.» (σ. 107) 
Πάνω στο συρματόσχοινο της ύπαρξης, ο π. Βασιλειος, βαδίζει με πόδια γυμνά. Σκίζεται, ματώνει, αλλά δεν σταματά. Ακροβατεί έως θανάτου. Και σπαρταρά. Σπαρταρά σαν ετοιμοθάνατος. Λιώνει σαν το κερί μπροστά στον πόνο της μάνας. Από αγάπη.
Στο αιματηρό οδοιπορικό του έχει δύο βακτηρίες που ενδεχομένως και να ταυτίζονται κατ’ έναν τρόπο. Μία βακτηρία η ποίηση, δεύτερη το Μυστήριο. Βακτηρίες και φτερά συνάμα. Αρχέγονες ροζιασμένες βακτηρίες και φτερά από κτίσεως κόσμου αιματοβαμμένα. Ίσως μόνο ένας υπηρέτης του Θεού θα μπορούσε να εισπηδήσει στο κενό του άδικου και παράλογα πρόωρου θανάτου μ’ αυτόν τον τρόπο ή απλά ένας αληθινός χριστιανός. «Για να γίνεις χριστιανός πρέπει πρώτα να γίνεις ποιητής», έλεγε ο Άγιος Πορφύριος. Και μόνο ένας ποιητής του Θεού -οξύμωρη κάπως έκφραση, το αναγνωρίζω μιας και Ποιητής του ανθρώπου είναι ο Θεός, μα και εικόνα Του ο άνθρωπος- δε θα δίσταζε να πέσει στο κενό δίχως να ανοίξει σαν αλεξίπτωτο σωτήριο το ράσο του για να σωθεί, όπως,  κατ’ αναλογίαν και τηρουμένων πάντα των αναλογιών, δε χρησιμοποίησε ποτέ ο Χριστός τη Θεότητά του σαν αλεξίπτωτο για να σωθεί από το μαρτύριό Του. «Προπαθείς να υπενθυμίσεις στον εαυτό σου και στους άλλους πως μάλλον άνθρωπος είσαι.» (σ. 111)
Και μήπως υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο για τους ζώντες από το θάνατο του παιδιού τους; «Καλο Παράδεισο» ευχόμουν κι εγώ σε καθε κηδεία μέχρι και προχθές, αλλά τούτη εδώ μου άλλαξε τα δεδομένα. (σ. 29)
Ναι, ο θάνατος ενός παιδιού είναι μια ενεργή νάρκη. Με το που αγγίζεις το χώμα της τα δεδομένα όλα τινάζονται στον αερα και μαζί τους κι εσύ. Ο συγγραφέας δεν διστάζει μετά από αυτήν την πρωτόγνωρη γι’ αυτόν εμπειρία να αποκαθηλώσει ιδέες και σχήματα χιλιοφορεμένα και χιλιοτρυπημένα από καιρό. Τόσο τρύπια που δεν μπορούν να ζεστάνουν πλέον κανέναν οδυνόμενο γυμνό. «Μας γλυτώνει επίσης κι αυτή η πρωτόπλαστη πτώση. Τη βρήκαμε βολική χάμου πεσμένη -ποιος ξέρει από ποιο ύψος ριγμένη- τετελεσμένη προ αιώνων και της τα φορτώσαμε όλα.» (σ. 33)
Ο π. Βασίλειος κοιτάζει κατάματα τις σαθρές δικαιολογίες, ακόμα και τον κακώς νοούμενο ασκητισμό. «Είναι ο νοσηρός ασκητισμός που επιτίθεται στο σώμα, που ενοχοποιεί κάθε χαρά και απόλαυση στα όρια της αμαρτίας, που θεμελιώνει την ύπαρξή του πάνω στο αξίωμα «όσο πιο πολύ υποφέρεις, τόσο πιο αρεστός στον Θεό γίνεσαι» (σ. 40) Νομίζω πως ο άγιος του αιώνα μας, Πορφύριος, έχει δώσει την απάντηση επ’ αυτού με την πλέον ερωτική φράση που ειπώθηκε στους καιρούς μας: «Να αγαπάεις και να πονάεις». 
Μπροστά στη σκαμμένη γη που θα καταπιεί το νεκρό παιδί, ο συγγραφέας νοιάζεται για τους ζώντες, καίγεται γι’ αυτούς και αναρωτιέται ποια μπορεί να γίνει η «σκαμένη αγκαλιά» που θα τους αγκαλιάσει. «Η Εκκκλησία» ψελλίζει, αφού ταλανιστεί αρκετά «καλείται στο ιστορικό παρόν του Πόνου και του Φόβου να πρφυλάξει τους ανθρώπους και να τους φροντίσει. Να γίνει μια αγκαλιά να τους δεχθεί, να μην ξεπαγιάζουν έξω στο Παράλογο. Να τους ζεστάνει σε Νόημα. Καλείται η Εκκλησία στο ιστορικό παρόν να πάρει το μέρος των ανθρώπων και όχι του Θεού.» (σσ. 52-53) «Του ανθρώπου που πληρώνει ακριβό τίμημα αυτής της επιλογής του, με το να χάνει πρόωρα και αναίτια πολλά απ’ αυτά που αγαπά. Να χαϊδεύει το κεφαλάκι του τρυφερά η Εκκλησία και να του διαβάζει ποίηση, μόνο ποίηση, μυσταγωγώντας τον στο μυστήριο της έμπονης ζωής, και του σκοτεινού θανάτου, αλλά και στο μυστήριο της αναμονής και της Βασιλείας.» (σσ. 53-54). Και ο εν λόγω συγγρφέας είναι θρεμμένος από τη μεγάλη ποίηση και γι’ αυτό την επικαλείται όπως ο Όμηρος τη Μούσα να τον συνδράμει στο δύσκολο έργο του. Ανάμεσα στις παλλόμενες λέξεις του παρεισφρύουν ποιήματα του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Βαλαωρίτη, της Δημουλά, του Γρηγορίου Θεολόγου, του Ησαϊα, του Δαυίδ κ.ά. Τον συνεπικουρούν κείμενα πολλών άλλων ποιητικών συγγραφέων όπως του Έλιοτ, του Καζαντζάκη, του Κ. Παπαγιώργη, του Αρχ. Σωφρόνιου Σαχάρωφ, του Αρχ. Βασιλείου Γοντικάκη, και του Ολιβιέ Κλεμάν, του Παύλου Ευδοκίμωφ, του π. Αλέξανδρου Σμέμαν, του Γιανναρά κ.ά.
Κι όμως, παρόλη τη βοήθεια που του παρέχουν οι ποιητές και οι σοφοί, ο ιερέας του Θεού δεν γλυτώνει την ακατάπαυστη πάλη στα σπλάχνα του. Κι ίσως ακριβώς επειδή τον συνδράμουν, δε σταματά να παλεύει έως θανάτου. «Οδηγώντας προς το Κοιμητήριο, Παρασκευή πρωί, για την Εξόδιο Ακολουθία της Ανδριάνας, πάλευα μέσα μου το παράλογο, το ανείπωτα οδυνηρό, τη στοιχειωμένη σιωπή, τη φρίκη μιας πιθανής ειμαρμένης... Ένιωθα πως το σχοινί δε θα με κρατήσει...» Μέσα σ’ αυτήν την Γεθσημάνεια αγωνία θα έρθει η θεία έκλαμψη να τον παρηγορήσει και θα μας τη φανερώσει σαν παιδί που δεν μπορεί να πει ψέμματα:  «Τον σκέφτηκα (τον Χριστό) πεθαμένο, ύπτιο νεκρό μέσα στον δικό Του τάφο.» (σ. 59). «Με τον δικό Του... θάνατο ο Θεός ανοίγει μια τρύπα στη γη, όπως κανείς ένα παράθυρο στον ήλιο...» (σ. 69)
Ο συγγραφέας μπροστά στο τραγικό συμβάν ξαναγίνεται μαθητής της πρωτοσχολικής ηλικίας, μα αυτή τη φορά στο σχολείο του θανάτου. Ξαναδιαβάζει απ’ την αρχή τον άνθρωπο και τον Θεό. «Αλλάζει το αλφάβητο της πίστης μου, βρίσκομαι σχεδόν σε πανικό.» (σ. 118) Μαζί του συλλαβίζουμε κι εμείς το νέο αλφαβητάρι. Ένα αλφαβητάρι που έρχεται κατευθείαν από την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας. Μια στιγμή που κανείς δε θυμάται, μα μένει ανεξίτηλη σφραγίδα εντός μας που θαρρείς και περιμένει κάτι τέτοιες στιγμές για να ανάψει σαν φάρος και να σφυρίξει σαν συναγερμός στα σωθηκά της ύπαρξης. Και αυτή η σφραγίδα είναι το φιλί. Εκείνο το πρώτο αλησμόνητο φιλί της Ζωής...
«Μας φίλησε (ο Θεός) στο στόμα και ζήσαμε. Το πρόσωπο δεν το θυμόμαστε. Το φιλί όμως ποιος το ξεχνά;» (σ. 121) «Πρέπει να ξαναβρούμε το δρόμο της επιστροφής, γι’ αυτό και φιλί με φιλί προχωρούμε.» (σ. 122)
Ναι, φιλί με φιλί προχωρούμε, και ποιος δε θα το ’θελε; Μα είναι τις περισσότερες φορές φιλί πνιγμένο στα δάκρυα, κι Αυτός που μας φίλησε δεν το σβήνει με μια απλή κίνηση του σφουγγαριού της αγάπης Του στον μαυροπίνακα της καρδιάς μας. «Δε σώζει ο Θεός τον άνθρωπο από τη λύπη. Τον σώζει μέσα στη λύπη» (σ. 71) θα μου απαντήσει ο συγγραφέας σαν να ακούει το παράπονό μου, και η φράση του αυτή καρφώνεται στην καρδιά μου σαν φτερωτή σε μύλο. 
Μαζί μου αναρωτιέται: «Ο Θεός, εν τέλει, μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις; Είναι ο Θεός των απαντήσεων ή ο Θεός της εμπιστοσύνης;» (σ. 77)
Πόσο ανταποκρίνεται στ’ αλήθεια, σκέφτομαι, ο Θεός που φτιάξαμε στον αληθινό Θεό; Σαν ατάλαντοι και επηρμένοι ποιητές εμείς πλάσαμε έναν Θεό σαν ατσαλάκωτο και αξιοσέβαστο μικροαστό. Έναν Θεό που σηκώνεται όρθιος σαν μαθητής στο θρανίο του και οφείλει να μας απαντήσει σε ό,τι τον ρωτούμε για να διαπιστώσουμε αν διάβασε το μάθημά Του και να του βάλουμε κατόπιν βαθμό. Και ποιος μας είπε πως μας χρωστά ο Θεός απαντήσεις; Και ποιος μας είπε πως οι απαντήσεις βοηθούν;
«Να παραμείνουμε στο ερώτημα γιατί αυτό μας κρατά ανοιχτούς στη σχέση, ζωντανούς στην επιθυμία.» (σ. 81) «Αυτή η απόκρυψη ίσως και να ’ναι τελικά αυτό το μυστήριο που συντηρεί σε επίπεδο ερωτικό τη σχέση Θεού ανθρώπου -ο έρωτας πάντα από το μυστήριο τρέφεται.» (σ. 83) Έτσι είναι. Εξάλλου, και στη Γεθσημανή θα παρατηρήσει πολύ εύστοχα «δεν διαβεβαιώνεται Εκείνος για κάτι, εμπιστεύεται: πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» (σ. 83)
Εμείς αντί να εμπιστευτούμε Εκείνον, εμπιστευθήκαμε τους ανέραστους παραθεολογούντες που μόνο ενοχικά συμπλέγματα κατάφεραν να μας μεταδώσουν βάζοντας στο ειδώλιλο του κατηγορουμένου το σώμα, τη χαρά, τα όνειρα. Ο συγγραφέας όμως αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους.
«Κάθε ένας που ονειρεύεται επενδύει, ρισκάροντας πως το αύριο θα ’ναι εκεί.» (σ. 85)
Και το όνειρο είναι άλμα στο κενό, άλμα στο αβέβαιο. Δίχως αυτό σκουλήκια σερνάμενα γινόμαστε και Θεό ποτέ δεν θα δούμε. Πότε θα δούμε Θεό; «Πέφτουμε μέσα στο κενό του Θεού και τότε μόνο γνωρίζουμε πως ο Θεός υπάρχει.» (σ. 86) «... (η σχέση μας με τον Θεό έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του ρίσκου και της διακινδύνευσης όπως αποτυπώνονται στη σχέση του Θεού με τον πατριάρχη Αβραάμ) τολμώντας να θυσιάσει τον Ισαάκ της εξασφάλισης, της λογικής συνεκδοχής του κάθε γεγονότος της ζωής μας και της εκ προοιμίου προφύλαξης του «εγώ» έναντι κάθε απροόπτου ή και κάθε απαίτησης του «εσύ»...» (σ. 99)
Γιατί ο συγγραφέας υπερασπίζεται τη μακρόβια ζωή και τις χαρές της; «Η ζωή δεν είναι καρπός που τον τρως γρήγορα. Πρέπει να ζήσουμε πολύ για να προσεγγίσουμε τον πυρήνα της γεύσης της.» (σ. 136)
«Που είσαι;», αναρωτιέται ξανά και ξανά μαζί μας. Ναι, ο Θεός που κατασκευάσαμε σαν γενναιόδωρο τραπεζίτη που μας χορηγεί κονδύλια ασφάλειας, ευμάρειας και αφθαρσίας, δεν υπάρχει. Πριν από μας και για μας, ο Ίδιος καταστρέφει την εικόνα Του. Ο συγγραφέας το διατυπώνει έξοχα: «Και ο Θεός αναπάντεχα εμφανίζεται ως ο μεγάλος εικονοκλάστης. Συντρίβει με την Ενανθρώπσή Του κάθε προηγούμενη εικόνα Του...» (σ. 153) Θα έλεγα, και κάθε επόμενη εικόνα Του. Διότι από τη γέννησή Του ως σήμερα έχουμε φτιάξει άπειρα πλαστά κακκέκτυπά Του. Στη Βηθλεέμ «αντί να μας λύσει τα προβλήματα και να μας απαλλάξει από το κακό και τους κινδύνους, έρχεται ο Ίδιος και θέτει τον εαυτό Του υπό του κακού, υπό του κινδύνου, υπό της απειλής.» (σ. 154)
«Ο Θεός τελικά αποκαλύπτεται ως Θείο Σκοτάδι -τόσο φωτεινό στο κέντρο του που μας τυφλώνει.» (σ. 156)
Τελειώνοντας το βιβλίο αναρωτιέμαι, αν δεν υπήρχε θάνατος θα υπήρχε Θεός; Και δεν εννοώ, βέβαια, αν θα υπήρχε όντως από μόνος Του, γιατί εξάλλου αυτό είναι δικό Του ζήτημα. Εννοώ αν θα υπήρχε για μας. Μήπως πρέπει, τελικά, να διαβάσουμε τη ζωή σαν βιβλίο που το ξεκινούμε από το τέλος για να φτάσουμε στην αρχή σαν ήταν γραμμένο σε αραβκή γλώσσα; Δεν είμαι σίγουρη, αλλά θα το σκεφτώ σοβαρά. Μπορώ όμως να πω με σιγουριά πως ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου μας χάρισε ένα σύγχρονο αλφαβητάρι πίστης, ελπίδας και αγάπης που οι καιροί μας χρειάζονται επειγόντως. Και τον ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή για την ευαισθησία, την τόλμη και την εντιμότητα!"



Η  κριτική δημοσιεύετηκε για το βιβλίο του πατέρα Βασίλειου Χριστοδούλου, «Σε λάθος ώρα νυχτώνει»από τη γνωστή συγγραφέα Βασιλική Νευροκοπλή.

http://animusanimus.blogspot.com/

Το βιβλίο θα βρείτε από τις εκδόσεις Γρηγόρη εδώ.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Σε λάθος ώρα νυχτώνει Πάλη με τον Θεό στο κενό του θανάτου π.Βασίλειος Χριστοδούλου από τις εκδόσεις Γρηγόρη





"Κάποιοι δίνουν και δεν γνωρίζουν πόνο προσφέροντας, ούτε αναζητούν την χαρά, δίνουν όπως η μυρτιά αναδίδει την ομορφιά της στην κοιλάδα. Μέσα απο τα χέρια τέτοιων ανθρώπων, μιλάει ο Θεός...και πίσω απο τα μάτια τους χαμογελάει στην γη..." Ένας τέτοιος ιερέας είναι και ο πνευματικός μας πατέρας Βασιλείος Χριστοδούλου, συγγραφέας το βιβλίου Σε λάθος ώρα νυχτώνει Πάλη με τον Θεό στο κενό του Θανάτου, που μόλις κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες μέρες, από τις εκδόσεις Γρηγόρη όπου συναντήσαμε, πρώτη φορά, στην εξόδιο ακολολουθιά της μονάκριβης κόρης μας, της Αντριάνας. Κοιμήθηκε, λίγο πριν γίνει 10 χρονων. 

Σε λίγες μέρες, θα γιορτάζαμε παρέα με φίλους την γιορτή της, γεμάτoι χαρά, γέλια, ελπίδα και φως όπως όλες εκείνες τις υπέροχες στιγμές που όλοι ζούμε και δεν ξέρουμε πόσο ανεπανάληπτες είναι. Αγγίζουν την αιωνιότητα.

Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά. Τρία χρόνια μετά, ο χρόνος, σε αυτήν την ζωή σαν ένα ποτάμι μοιάζει που αστάματητα κυλάει ενώ η μικρή μας κόρη θα είναι πάντα 10 χρονών κι η αγάπη μας, άπειρη.
'Οταν πήραμε το βιβλίο στα χέρια μας, από τον πατέρα Βασίλειο, νιώσαμε βαθιά συγκίνηση αλλά δεν ήμασταν σίγουροι αν θα βρούμε την δύναμη, το κουράγιο να μοιραστούμε δημόσια αυτό που ζούμε. Διαβάζοντας το βιβλίο, ήμασταν πια σίγουροι. Το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί από όλους μας. 

Είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο που χρειάζεται δύναμη, ψυχικό σθένος για να διαβαστεί καθώς ο λόγος του είναι βαθιά αληθινός.Είναι η ίδια η ζωή αποτυπωμένη.
Πριν από την συντριπτική αυτή απώλεια, δεν είχα κάμια ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία. Ίσως, έμπαινα κάποιες φορές σε ναούς, προσευχόμουν για λίγο κι ύστερα έβγαινα κι έλεγα ο Θεός είναι παντού, είναι σε ότι όμορφο υπάρχει μέσα και γύρω μας. Ζούσα με την πεποίθηση ότι ο Θεός πάντα σώζει από οποιοδήποτε κακό, αρκεί να τον επικαλεστείς ή να προσευχηθείς, με μεγάλη πίστη, σε μια δυσκολία.
Ύστερα,το απόλυτο κενό. Πού είναι ο κόσμος; ρωτούσαμε. Γιατί ξημερώνει; Γιατί βγαίνει το φως; Γιατί γύρω μας,όλα συνεχίζουν να κινούνται; 

Είμαστε ζωντανοί; Πού είναι ο Θεός της άπειρης αγάπης που πάντα σώζει; Πέθανε κι αυτός μαζί μας; 
Απόλυτο σκοτάδι. Ομοιό του δεν υπάρχει κανένα.

Το βιβλίο που έγραψε ο πατέρας Βασίλειος Χριστοδούλου στην μνήμη της κόρης μας Αντριάνας, είναι πραγματικά, ένας πολύτιμος θησαυρός. Ξέρουμε πώς το έγραψε για να δώσει ελπίδα σε όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τον θάνατο, το απόλυτο κενό, την άβυσσσο του χάους της ανυπαρξίας.
Ένα βιβλίο βαθιά λυτρωτικό που καθώς το διαβάζεις, μιλάει κατευθείαν στην καρδιά, στην ψυχή όσων ψάχνουν εναγωνιώς, πρωτίστως και ανυπερθέτως να ανακαλύψουν τι μπορεί να υπάρχει, μετά τον θάνατο.

Πιστεύουμε πώς τα λόγια του γνέφουν αόρατα και τρυφερά πώς εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε μόνο σώμα, έχουμε ψυχή, γεννημένοι να ταξιδέψουμε μια μέρα, όλοι, στο φως. 

Ο λόγος του βιβλίου είναι βαθιά ποιητικός. Ίσως, τίποτα δεν μπορεί να γιατρέψει μια βαριά, πληγωμένη ψυχή από την ποίηση....άλλος τρόπος να υπάρχεις εδώ, δεν υπάρχει παρά με Αγάπη. 
Ένα βιβλίο, αποκάλυψη, που όσο κι αν ψάξαμε να διαβάσουμε, να κάτι να λυρωθούμε, να αντλήσουμε δύναμη για να συνεχίσουμε να ζούμε, ως γονείς που έχασαν το παιδί τους, κανένα άλλο βιβλίο δεν μπορέσαμε να βρούμε που να μιλήσει απευθείας στην ψυχή μας. Είναι ένα βιβλίο από καρδιάς, γραμμένο. 

Τα λόγια του συγγραφέα επουλώνουν την πληγή που αιμοραγεί, ο λόγος του βάλσαμο, μια όαση τρυφερότητας στο απόλυτο χάος. Ο πατέρας Βασίλειος, συγγραφέας του βιβλίου, δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ούτε ένας συνηθισμένος ιερέας που ίσως οι περισσότεροι έχουμε όλοι κατά νου. 
Δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο για να αποσιωπήσει τον ανθρώπινο πόνο, μπροστά στον θάνατο αλλά για να τον εξυμνήσει. Αυτό το βιβλίο,νομίζουμε πώς είναι η κατάθεση της ψυχής του. 
Θύμωσε, πόνεσε, έκλαψε μαζί μας, ένιωσε να χάνεται όταν χανόμασταν στο χάος, καθώς άλλοτε κατηγορούσαμε τον Θεό, άλλοτε τον ψάχναμε με τεράστια αγωνία μέσα μας, γύρω μας, παντού.

Ο πατέρας Βασίλειος Χριστοδούλου γράφει για μια αληθινή ιστορία που ζούμε μαζί καθώς έχει το σθένος να συμπλεύσει μαζί μας στο απόλυτο κενό. Να παραμείνει ασταμάτητα, κοντά μας, σε όλη αυτή την πορεία από την απουσία, στην παρουσία. 
Ειναι δυνατόν να μετουσιώθεί το απόλυτο κενό του θανάτου σε παρουσία; Κάποιες φορές ίσως ο Θεός παίρνει την μορφη ανθρωπων στην γη που έρχονται να συνοδοιπορήσουν μαζί μας, εκεί που όλα χάνονται, στο βαθύ σκοτάδι.
Συνοδοιπορος μας στο απόλυτο σκοτάδι αλλά και το φως. Να μας ακούει, να ζει μαζί μας, με απίστευτη καρτερικότητα, άπειρη υπομονή, τρυφερότητα και αγάπη τον πόνο, τον θυμό, τον φοβο την λύπη και την χαρά μας.

Κι όπως γράφει κι ίδιος στο βιβλίο του... 
"Αὐτό τό ἐρώτημα κυριαρχοῦσε βασανιστικά μέσα μου (μέ ὅλους τούς φθόγγους σέ διάτορη κραυγή) καθώς περνοῦσα τήν πύλη τοῦ κοιμητηρίου (ὅπως ὁ Ἰωνᾶς τό στόμα τοῦ κήτους) βλέποντας ἑκατοντάδες ἀνθρώπους νά τό κατακλύζουν (νεκρούς καταποθέντας ἤδη, ἀλλά καί ζωντανούς σέ ἀναμονή...). 
Στάθμευσα τό αὐτοκίνητό μου καί δυό κορίτσια, συμμαθήτριές της, βουβά κι ἀπαρηγόρητα ἔκλαιγαν στήν πλαϊνή τῆς ἐκκλησίας θύρα. Ἄηχα ὅλα, παντοῦ σιωπή. Μιά στοιχειωμένη ἀπουσία. Δέν εἶναι ἡ σιωπή τῶν νεκρῶν πού βαραίνει· ἡ σιωπή τῆς ἀπουσίας Σου εἶναι πού μᾶς τυραννᾶ. 

Σέ ψάχνουμε ὅλοι -γι’ αὐτό μᾶλλον καί δέν Σέ βρίσκουμε- γύρω ἀπό τόν πόνο, πρίν ἀπό τή θλίψη, μετά ἀπό τήν ἀπώλεια. Κανείς ὅμως δέν τολμᾶ νά σκύψει καί νά κοιτάξει μέσα στόν πυρήνα τοῦ χάους, μέσα στήν ἴδια τήν ὀδύνη, μέσα στό κενό, στήν ἀπώλεια, στό ὁριακά μη­δέν, γιατί τότε θά Σ’ ἔβλεπε ἤδη νά τό σαρκώνεις, νά τό ἐνυλίσσεσαι, δικό Σου νά τό κάνεις. 
Πολλές φορές λοιπόν δέν μᾶς γλιτώνεις, δέν ἀποσοβεῖς τό κακό, δέν ἐπεμβαίνεις ἀνασταλτικά, ἀλλά βρίσκεσαι ἐκεῖ καί συντροφεύεις. Σώζεις μέ τό νά συνοδοιπορεῖς, μέ τό νά μοιράζεσαι τό βάρος, μέ τό νά δείχνεις μία ἔξοδο καί ἕνα νόημα ἐκεῖ πού ὅλα σταματοῦν. Σάν τό φεγγάρι εἶσαι –κι ἄς ψάχνουμε ἐμεῖς γιά ἥλιο– πού καθώς βγαίνει, τή νύχτα ἀθωώνει, σχεδόν τήν ἐξυμνεῖ" 
Παλεύουμε με έναν ωκεανό πόνου. Μα όσοι αγαπάμε δεν πεθαίνουν, ποτέ. Γιατί στην απουσία τους, ο πονος γίνεται η πιο ηχηρή παρουσία, τα δάκρυα, βροχή αγάπης. Ίσως, από τα δάκρυα των γονιών που χάνουν τα παιδιά τους, να ποτίζεται ο κήπος του παραδείσου. Aγάπα τον άνθρωπο, γιατί αυτός είσαι εσύ...ο θάνατος, η ζωή, όλα εδώ είναι ένα μυστήριο.. 
"Ένα βιβλίο εξομολόγηση, του συγγραφέα στο φόντο μιας αδιανόητης απώλειας. Μια πάλη με το Θεό που ξεκινά εκεί που όλα τελειώνουν, στην ανοιχτή και σκαμμένη γη.
Ένα θεολογικό κείμενο με ύφος εξαιρετικά λογοτεχνικό, που τολμά να αφήσει τον Θεό ανυπεράσπιστο, παίρνοντας το μέρος των ανθρωπων. Τολμώντας να δει τον θάνατο απο την μερία των ζωντανών, των περιλυπώμενων, εκείνων που μένουν πίσω αιώνιοι υπήκοοι του θρήνου. 
Ο συγγραφέας αποφεύγοντας την παγίδα του συναισθηματισμού θέτει και διερευνα με θεολογική πρωτοτυπία και γενναιότητα όλες αυτές τις φριχτές συνιστώσες του θανάτου. το άδηλο του χρόνου, του τρόπου, των συγκυριών, δίχως να αποτολμήσει μια βολική ταχτοποιήσή τους 
Θέτει τα ερωτήματα μιλώντας για την ανάγκη υπέρβασης απο μέρους μας της ανάγκης απαντήσεων. 
Ο θάνατος δεν είναι προβλημα και γι αυτό οι απαντήσεις δεν μας γλυτώνουν. Ο θάνατος είναι απουσία και το ζητούμενο είναι η παρουσία.

Είναι ο μέγιστος κόπος της πνευματικής ζωής να λυτρωθούμε απο το βασανιστήριο της αναμονης απαντήσεων, μεταποιώντας ελευθερα με την αγάπη, το κενό των απαντήσεων σε τόπο συνάντησης με τον Θεό, σε αυτοεγκατάλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό, έσχατη ολοκληρωτική παραίτηση από τις αξιώσεις της λογικής και της κτιστής φύσης μας. 
Είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της πνευματικής μας ζωής, ο άνθρωπος να παραμείνει το ερώτημα, ένας τόπος ελεύθερος και ανοιχτός σε συνεχή πορεία προς τον Θεό, και να μην μεταβληθεί στο στεγανό της απάντησης.Όχι γιατί απαντήσεις δεν υπάρχουν ή γιατί ποτέ δεν θα δοθούν, αλλά γιατί τίποτα δεν είναι ακόμα τελειωμένο και τα μυστήρια παραμένουν κρυμμένα στην παρατεινόμενη αποκάλυψη τους." 
Πόση ανακούφιση νιώθουμε που γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ξέρουμε πώς καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με την πιο σκληρή δοκιμασία, της ζωής, την απώλεια των παιδιών τους. Άνθρωποι που ίσως έχουν πολύ ανάγκη να διαβάσουν το βιβλίο αυτό, να λυτρωθούν, να νιώσουν, θαλπωρή, παρουσία.
Τα λόγια του, μας ταξιδεύουν με τα μάτια της ψυχής μας μέσα από τον πόνο, στην ομορφιά της ζωης όσο σκληρή κι αν είναι, αναζητώντας την Αγάπη Του Θεού. 
Ίσως, τίποτα πιο σπουδαίο δεν υπάρχει σε αυτήν την ζωή, από το να παραμένεις Άνθρωπος. Μια αγκαλιά, στον απέραντο χαμό. Τι μεγάλη ευλογία, πατέρα Βασίλειε, στον απέραντο πόνο να σας συναντήσουμε. Ευχόμαστε πολύ άνθρωποι να σας συναντήσουν, μέσα από το βιβλίο σας.
Είμαι δασκάλα και ζώντας με παιδιά, μαθαίνω από αυτά να παρατηρώ τα μικρά και ασήμαντα γιατί τα παιδιά ξέρουν καλύτερα από εμάς ότι όλη η σοφία κι η αγάπη αυτού του κόσμου είναι στα πολύ μικρά πράγματα. Πάντα, μου άρεσε να παρατηρώ, μικρές, ασήμαντες κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρωπων.Έδινα πάντα μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πιάνουν στα χέρια τους ένα βιβλίο. 
Όταν ο πατέρας Βασίλειος έφερε να διαβάσουμε το βιβλίο, παρατηρήσαμε τον σεβασμό, τον φόβο σχεδόν με τον οποίο μας το πρόσφερε. Πήρε αργά, αργά το χέρι του και ψηλάφισε τον τίτλο. Είναι ανάγλυφος. Και δεν είναι, τυχαία. 
Ύστερα, μας κοίταξε και μας έδωσε τον χρόνο, να μπορέσουμε να το κάνουμε κι εμείς, να ψηλαφίσουμε τον τίτλο του, καθώς θέλει δύναμη να αγκαλιάζεις την απουσία και να την κάνεις παρουσία. Πόση δύναμη Θέε μου... 
Γιατί εσείς, πατέρα Βασίλειε, γνωρίζετε πολύ βαθιά, από όλα όσα έχουμε ζήσει, πώς όταν φεύγει το λατρεμένο σου πρόσωπο, εκείνο που σου λείπει αβάσταχτα είναι το άγγιγμα.Η αγκαλιά, η αφή, τα χέρια που πιάνουν το ένα το άλλο. 
Ύστερα, χαμογελάσατε. Μας δείξατε το σχέδιο στο εξωφυλλο. Το παραχώρησε ευγενικά η σύντροφος του πολυαγαπημένου μας, ποιητή, Οδυσσέα Ελυτη, η κ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου.
Μια κοπέλα αγκαλιάζει στο σκοτάδι. Πόσο σκοτάδι χρειάζεται για να γεννηθεί το φως... 
Ένα βιβλίο με τόσο τρυφερό λόγο. Η τρυφερότητα είναι η ύψιστη μορφή αγάπης καθώς την παρουσία του Θεού την καταλαβαίνεις μέσα στην παρουσία των ανθρώπων.
Διαβάζοντας το ολοένα και πιο πολύ καταλαβαίνουμε. Δεν είναι ένα βιβλίο αυτό που γράφτηκε για την απουσία, σαν τραγούδι ακούγεται για μας που στην έρημο που βαδίζουμε.Μιλάει για το άδικο και ασύλληπτο του θανάτου κάθε παιδιού ή νέου ανθρώπου που φεύγει νωρίς. Όμώς αυτό το βιβλίο παίρνει τον πόνο και τον κάνει, ύμνο χαράς και ζωής. 

Και τελικά αυτό που αντιλαμβάνεσαι διαβάζοντάς το, είναι πώς η αληθινή μοναξιά, δεν είναι μόνο η φυσική απουσία. Παρουσία, είναι να παραμείνεις ζωντανός σε αυτήν την ζωή, χωρίς να αδειάσει το βλέμμα σου.
Γυμνά από αγάπη, τρυφερότητα, τα μάτια δεν μπορούν να δουν. Δεν μπορούν να αντικρύσουν το θαύμα της ζωής. Τα μάτια των ανθρώπων που αγαπάμε είναι κήποι από χαμόγελα. Αυτό είναι παράδεισος. Αυτό είναι, παρουσία...να περπατάς και να φέρεις το φως της απέραντης αγάπης κι ευγνωμοσύνης για το γεγονός οτι οι άνθρωποι που αγαπάς ζουν σε αιώνια γιορτή στον μυστικό κήπο της καρδιάς σου. 

Δεν είσαι ποτέ μόνος, όταν αποφασίζεις να γίνεις ηλιοτρόπιο. Γεννηθήκαμε, όλοι οι άνθρωποι για να γίνουμε καπετάνιοι σε ένα ταξίδι πόνου και χαράς, να φτάσουμε στο Φως. 

Σας ευχαριστούμε πατέρα Βασίλειε με όλη μας την ψυχή!
Να είναι καλοτάξιδο!
Το βιβλίο θα βρείτε από τις εκδόσεις Γρηγόρη εδώ







Ο Γρηγόρης Λαμπράκης θα έμοιαζε ξένος στο σημερινό τοπίο – γι’ αυτό και έχουμε ανάγκη ανθρώπους με το δικό του ηθικό ανάστημα

61 χρόνια πριν ο Γρηγόρης Λαμπράκης αψήφησε τις απειλές και τις προειδοποιήσεις που του είχαν γίνει από διάφορες πλευρές να μην μιλήσει στη...